ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΛΑΟΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ- ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ- ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

ΙΩΑΝΝΗΣ Β΄ ΚΟΜΝΗΝΟΣ


Ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός διαδέχθηκε το πατέρα του Αλέξιο Α΄ Κομνηνό στον θρόνο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 1118 μέχρι το θάνατό του1143. Ήταν γνωστός στους υπηκόους του ως ο Καλοϊωάννης.
Ο Καλοϊωάννης, όπως αποκαλούνταν, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ιστορικών]ήταν ο καλύτερος Κομνηνός, αφού τον χαρακτήριζαν η σύνεση, η ενεργητικότητα, η γενναιότητα και η καλοσύνη. Δείγμα της τελευταίας ήταν η επιείκεια με την οποία αντιμετώπισε την αδελφή του Άννα Κομνηνή και την μητέρα του Ειρήνη , οι οποίες εξακολουθούσαν να συνωμοτούν εναντίον του και μετά την ανάρρησή του στο θρόνο προτιμώντας το σύζυγο της Άννας, Καίσαρα Νικηφόρο Βρυέννιο. Ακολουθώντας τις ύστατες συμβουλές του πατέρα του, ο Ιωάννης εξασφάλισε το θρόνο και έφερε τους πολιτικούς του αντιπάλους προ τετελεσμένων.
Βασιλεία 
Η βασιλεία του χαρακτηρίζεται από ατέρμονες στρατιωτικές επιχειρήσεις για την επανάκτηση του ελέγχου στις επαρχίες της Μ. Ασίας. Είχε καταφέρει με συνδυασμένη στρατιωτική δράση και εξαίρετη διπλωματία σχεδόν να αναιρέσει πλήρως τις επιπτώσεις της συντριβής του Μάντζικερτ το 1071. Οι λαοί που τον απασχόλησαν ήταν οι Σέρβοι και οι Ούγγροι, οι οποίοι συμμάχησαν κάποια στιγμή, παρότι είχαν υποστεί επανειλημμένες ήττες από τους Βυζαντινούς. Ξεκίνησε ήδη το 1119 για τη Λαοδίκεια, την οποία απελευθέρωσε το ίδιο έτος. Συνέχισε εξουδετερώνοντας τους Πετσενέγκους και τους Ούγγρους.Το 1136 εξουδετέρωσε τους Αρμένιους στον Ταύρο. Στη συνέχεια στράφηκε κατά των Δανισμενδιτών(1130-35) όσο και κατά των Σελτζούκων(1137). Καθ’ οδόν απελευθέρωσε πλήθος μικρασιατικών πόλεων από τα νότια παράλια μέχρι τον Πόντο. Το 1139 συνέχισε προς τα νότια για τις πόλεις Χάμα, Χαλέπι, Σεϋζάρ.

Οι εξωτερικές του σχέσεις 

Είχε λιγότερη επιτυχία εναντίον των Βενετών. Στο δυτικό μέτωπο η ένωση από τον Ρογήρο Β΄(ανιψιό του Ροβέρτου Γυισκάρδου της κάτω Ιταλίας και της Σικελίας και η στέψη του στο Παλέρμο (1130) θορύβησε όχι μόνο τον Βυζαντινό αλλά και τον Γερμανό αυτοκράτορα. Δημιουργήθηκε έτσι μια συμμαχία μεταξύ του Βυζαντίου, της Γερμανικής αυτοκρατορίας και της ιταλικής πόλης Πίζας με καθαρά αντινορμανδικό χαρακτήρα, η οποία έδωσε τη δυνατότητα στον Ιωάννη να προετοιμαστεί εναντίον των Φράγκων της Αντιόχειας. Όμως ο θάνατός του κατά τη διάρκεια κυνηγιού το 1143 εμπόδισε την πραγματοποίηση αυτής της επιχείρησης.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΦΩΚΑΣ

Ο Αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας Νικηφόρος Φωκάς έμεινε στο θρόνο από το 963 μέχρι το θάνατό του το 969.

O Νικηφόρος Φωκάς καταγόταν από τη μεγάλη στρατιωτική οικογένεια των Φωκάδων της Καππαδοκίας. Ακολούθησε και ο ίδιος στρατιωτική σταδιοδρομία και τιμήθηκε με τον τίτλο του μαγίστρου. Το 960, με την ιδιότητα του δομέστικου των σχολών της Ανατολής, ο μετέπειτα αυτοκράτορας ανέλαβε επικεφαλής της εκστρατείας για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Άραβες. Συγκέντρωσε το βυζαντινό στρατό στα Φύγελα της Μ.Ασίας, κατέπλευσε στον κόλπο του Αλμυρού και άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον του αραβικού στρατού. Στρατοπέδευσε κοντά στο Xάνδακα, την πρωτεύουσα της Κρήτης, επιχειρώντας ταυτόχρονα επιθέσεις εναντίον των τειχών και εξορμήσεις στο εσωτερικό, για να υποτάξει ολόκληρο το νησί. Μετά από εννέα μήνες δραματικής πολιορκίας , το Μάρτιο του 961 κατέλαβε το Χάνδακα και επανέφερε την Κρήτη στους κόλπους της βυζαντινής αυτοκρατορίας για τα επόμενα 250 χρόνια. Μέρος από τα λάφυρα παραχώρησε στο φίλο του Αθανάσιο Αθωνίτη, ο οποίος τον είχε ακολουθήσει στην εκστρατεία της Κρήτης, για να ιδρύσει τη Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος.

Πριν την αναχώρησή του, ο Φωκάς οργάνωσε διοικητικά, στρατιωτικά και θρησκευτικά το νησί και άφησε αξιόλογη φρουρά για την προστασία του από νέες αραβικές επιδρομές. Επιχείρησε μάλιστα τη μεταφορά της πρωτεύουσας σε άλλο σημείο και για το σκοπό αυτό οχύρωσε ένα λόφο νότια του Χάνδακα , όπου έχτισε το φρούριο Τέμενος. Ωστόσο η νέα πρωτεύουσα δεν κατάφερε να επιβληθεί, με αποτέλεσμα ο Χάνδακας να αναβιώσει και να γίνει μετά από λίγο το διοικητικό και εκκλησιαστικό κέντρο της Κρήτης. Κατά την επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη τελέστηκε θρίαμβος ενώπιον του αυτοκράτορα Ρωμανού του Β΄ και μεγάλου πλήθους. Μετά το θάνατο του τελευταίου, ο Νικηφόρος Β΄ ο Φωκάς παντρεύτηκε τη σύζυγό του Θεοφανώ και τον Αύγουστο του 963 στέφθηκε αυτοκράτορας στο ναό της Αγίας Σοφίας από τον πατριάρχη Πολύευκτο.

Βασική κατεύθυνση της πολιτικής του υπήρξε η συνέχιση των αγώνων εναντίον των Αράβων στην Ανατολή, τους οποίους είχε εγκαινιάσει με επιτυχία σε όλα τα επίπεδα Απομάκρυνε τους Άραβες από την Κιλικία, ανακατέλαβε την Κύπρο, προσάρτησε μεγάλο μέρος της Συρίας και προχώρησε ως την Τρίπολη του Λιβάνου. Παράλληλα έδειξε ενδιαφέρον για την περιφρούρηση των βυζαντινών συμφερόντων στις επαρχίες της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας. Επιβεβαίωσε έτσι τη βυζαντινή κυριαρχία στη Μεσόγειο και εκτίναξε τα σύνορα της αυτοκρατορίας πέρα από τον Ευφράτη. Με ανάλογη ευαισθησία αντιμετώπισε και τα προβλήματα στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας επιχειρώντας σύντομη εκστρατεία κατά μήκος των βυζαντινοβουλγαρικών συνόρων και καταλαμβάνοντας χωρίς δυσκολίες όλα τα σημαντικά φρούρια.

Ωστόσο η συνεχής πολεμική δραστηριότητα των Βυζαντινών για μια ολόκληρη εξαετία (963-969) είχε κουράσει το βυζαντινό στρατό και είχε προκαλέσει τη δυσφορία του λαού από τις επαχθείς φορολογικές επιβαρύνσεις. Ο ανηψιός του Φωκά Ιωάννης Τσιμισκής εκμεταλλεύτηκε τη δυσφορία αυτή, συνεργάστηκε με την αυτοκράτειρα Θεοφανώ και οργάνωσε συνωμοσία για την εκθρόνισή του, η οποία και συντελέστηκε με τη δολοφονία του ηρωικού αυτοκράτορα τη νύχτα της 10ης Δεκεμβρίου του 969.

Ο Νικηφόρος Φωκάς ήταν φύση δυναμική και ιδιόρρυθμη και αισθανόταν ιδιαίτερη ικανοποίηση τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και στην εμπειρία της ασκητικής ησυχίας. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου και μεγαλόπνοος οραματιστής της παγκόσμιας ακτινοβολίας της αυτοκρατορίας.

Πριν γίνει αυτοκράτορας ο Νικηφόρος Φωκάς ανεδείχθη μεγαλος στρατηγός σε όλα τα μέτωπα της εποχής του. Με δική του εκστρατεία η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επανακατέλαβε την Κρήτη από τους Σαρακηνούς. Χαρακτηρίζονταν από μεγάλη ευσέβεια και αγαπούσε τον μοναχισμό. Ο Νικηφόρος ήταν πάντως γεννημένος στρατιώτης. Είχε την σωματική δύναμη και διανοητική ικανότητα ενός μεγάλου στρατιωτικού ηγέτη, ήταν βραχύσωμος, αλλά εξαιρετικά ρωμαλέος. Η ζωή του ήταν αφιερωμένη στα στρατεύματά του, τα οποία αγαπούσε και προστάτευε πάση θυσία, και τα οποία του ήταν πιστά μέχρι θανάτου. Πέρα από τη βαθιά του πίστη προς το χριστιανισμό, δεν είχε άλλα ενδιαφέροντα. Ήταν χήρος, και είχε ορκιστεί αποχή.

Μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Ρωμανού Β', η χήρα του Θεοφανώ κάλεσε το Νικηφόρο στην πρωτεύουσα, έχοντας πρόθεση να του ζητήσει προστασία για τα παιδιά της και την ίδια. Με την άφιξή του στην Πόλη, και μπροστά στην απαστράπτουσα ομορφιά της Θεοφανούς, φαίνεται ότι την ερωτεύτηκε ειλικρινά και ξέχασε τους προηγούμενους όρκους του. Δυστυχώς όμως τα αισθήματα δεν ήταν αμοιβαία. Η αυτοκράτειρα παρ’ όλα αυτά, με χαρά δέχτηκε το γάμο που της πρότεινε ο Νικηφόρος, διότι προστάτευε σε μεγάλο βαθμό τα οικογενειακά και προσωπικά της συμφέροντα, με προστάτη έναν αδέκαστο και αφοσιωμένο στρατιώτη.

Έδειξε ιδιαίτερη πολιτική ευελιξία, και αφού εξουδετέρωσε τους εχθρούς του και υποψήφιους αυτοκράτορες, στέφθηκε ο ίδιος. Λίγο αργότερα, με ιδιαίτερη διακριτικότητα παντρεύτηκε τη Θεοφανώ, αντιμετωπίζοντας όμως εκκλησιαστικές αντιδράσεις, κυρίως του πατριάρχη Πολύευκτου, διότι ήταν νονός κάποιου από τα παιδιά της Θεοφανούς. Η στρατιωτική του πολιτική ήταν απόλυτα επιτυχής, ήταν όμως μάλλον κακός διπλωμάτης, προκαλώντας αναταραχή στις σχέσεις του Βυζαντίου με τους Δυτικούς, τους Βούλγαρους και τους Ρως. Γνωστό είναι το περιστατικό με τον Λιουτπράνδο, απεσταλμένο του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Α΄. Ατυχώς δε, έλαβε μέτρα ευνοϊκά για τη μεγάλη γαιοκτησία, με αποτέλεσμα να γίνει αντιπαθής στο λαό.

Η Θεοφανώ, αφού εδραίωσε τη θέση της, συνωμότησε με το στρατηγό και φίλο του Φωκά, μετέπειτα αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή. Δολοφονήθηκε με απεχθή τρόπο το 969, την ώρα που κοιμόταν (σαν στρατιωτικός κοιμόταν στο δάπεδο του δωματίου, μια συνήθεια που παρ' ολίγο να του έσωζε την ζωή) από συνεργάτες του Ιωάννη.

Βοήθησε τον Όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη να κτίσει την πρώτη μονή του Αγίου Όρους την σημερινή Μεγίστη Λαύρα, θέτοντας ένα επίσημο πλαίσιο λειτουργία της μονής και όλης της περιοχής. Λέγεται ότι κάτω από το αυτοκρατορικό ένδυμα φορούσε ράσα και είχε εκδηλώσει την επιθυμία να εγκαταλλείψει το θρόνο και να γίνει μοναχός. Αξίζει να σημειωθεί η προσπάθεια του να τιμήσει ως μάρτυρες όλους τους στρατιώτες που έπεσαν κατά τη διάρκεια των αγώνων του με τους απίστους. Η προσπάθεια αυτή όμως βρήκε αντίθετους τους Πατριάρχες και τους Επισκόπους και ως εκ τούτου ο Αυτοκράτορας αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει το σχέδιο του.

Ο Νικηφόρος Φωκάς καταλαμβάνει σημαντική θέση στο στερέωμα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, κυρίως λόγω της στρατιωτικής πολιτικής του, πρίν και μετά τη στέψη του.

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2012

15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 718 ΟΙ ΑΡΑΒΕΣ ΛΥΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ


Η δεύτερη αραβική πολιορκία της Κωνσταντινούπολης ήταν πολύ πιο σοβαρή από την πρώτη, καθώς ήταν μια άμεση, καλά σχεδιασμένη απόπειρα να καταληφθεί η βυζαντινή πρωτεύουσα: το 717-718 οι Άραβες προσπάθησαν να αποκλείσουν την πόλη από κάθε πλευρά, ενώ το 674-678 είχαν αρκεστεί σε έναν μάλλον χαλαρό αποκλεισμό. Ήταν μια προσπάθεια από πλευράς του Χαλιφάτου να κοπεί η "κεφαλή" της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μετά την οποία οι υπόλοιπες επαρχίες, ειδικά στην Μικρά Ασία, θα έπεφταν εύκολα. Η αποτυχία της επιχείρησης οφειλόταν πρωτίστως στην απόσταση των Αράβων από τις βάσεις εξόρμησής τους στη Συρία, που δεν επέτρεπε τον επαρκή εφοδιασμό τους. Επιπλέον, η υπεροχή του βυζαντινού ναυτικού, το υγρό πυρ, η ισχύς των Θεοδοσιανών Τειχών, καθώς και η ικανότητα του Λέοντα Γ' στην εξαπάτηση και τις διαπραγματεύσεις έπαιξαν σημαντικό ρόλο.

Η αποτυχία της πολιορκίας είχε μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη φύση της αραβοβυζαντινής αναμέτρησης. Ο ισλαμικός στόχος της κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε, και το σύνορο μεταξύ των δυο κρατών σταθεροποιήθηκε στη γραμμή των βουνών του Ταύρου και του Αντίταυρου. Και οι δυο πλευρές συνέχισαν να διεξάγουν έναν αδιάκοπο πόλεμο με επιδρομές εκατέρωθεν των βουνών, όπου τα συνοριακά φρούρια άλλαζαν συχνά χέρια, αλλά το γενικό περίγραμμα του συνόρου παρέμεινε αναλλοίωτο για δυο αιώνες, μέχρι την έναρξη των βυζαντινών κατακτήσεων το 10ο αιώνα. Για τους Μουσουλμάνους ειδικότερα, η διεξαγωγή των επιδρομών αυτών απέκτησε σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα, ως μια επιβεβαίωση του συνεχιζόμενου Ιερού Πολέμου, καθώς και του ρόλου του χαλίφη ως ηγέτη της μουσουλμανικής κοινότητας.

Η πολιορκία είχε επίσης σημαντική μακροϊστορική σημασία. Η επιβίωση της βυζαντινής πρωτεύουσας σήμαινε ότι η Αυτοκρατορία θα συνέχιζε να παίζει το ρόλο του προπυργίου έναντι της ισλαμικής επέκτασης στην Ευρώπη μέχρι τον 15ο αιώνα, οπότε και έπεσε στους Οθωμανούς. Μαζί με τη Μάχη του Πουατιέ, η επιτυχής άμυνα της Κωνσταντινούπολης ανέκοψε την ισλαμική επέκταση στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό Πωλ Κ. Ντέιβις, «Αποκρούοντας την μουσουλμανική εισβολή, η Ευρώπη έμεινε σε χριστιανικά χέρια, και δεν απειλήθηκε ξανά σοβαρά από τους Μουσουλμάνους έως τον 15ο αιώνα. Η νίκη αυτή, μαζί με την νίκη των Φράγκων στο Πουατιέ (732), περιόρισε τη δυτική εξάπλωση του Ισλάμ στον κόσμο της νότιας Μεσογείου», ενώ η Ελληνίδα ιστορικός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ γράφει ότι «Εσωτερικοί λόγοι του μουσουλμανικού κόσμου...και κυρίως...το στρατιωτικό έργο των εικονομάχων αυτοκρατόρων…εξηγούν την παρακμή των Αράβων...Κατά τον ένατο αιώνα η βυζαντινή εξουσία επιβάλλεται στην Ανατολή -οι Άραβες δεν θα μπορέσουν ποτέ πια ν’ απειλήσουν την Κωνσταντινούπολη».

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

12 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1376 ΑΝΑΡΧΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ Ο ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ Δ΄ Ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ


Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ανδρόνικος Δ' Παλαιολόγος (1348-1385, βασιλεία: 1376-1379) υπήρξε πρωτότοκος υιός του Ιωάννη Ε' και της Ελένης Καντακουζηνής, άνθρωπος με ακτινοβολούσα, λαοφιλή αλλά και κενόδοξη προσωπικότητα, που αδημονούσε για την αυτόνομη άσκηση της εξουσίας, μιας και ο πατέρας του ήταν μόλις 16 χρόνια μεγαλύτερός του. Είχε νυμφευθεί την κόρη του Βουλγάρου τσάρου Ιβάν Αλεξάνδρου, Μαρία Κυράτζα και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το διάσημο αστρολόγο Αβράμιο.
Πριν την ανταρσία 
Ο Ανδρόνικος αρχικά επιχείρησε να εκμεταλλευτεί την απουσία του πατέρα του σε διπλωματική περιοδεία στο εξωτερικό έως το 1369. Οι αποτυχημένες διαπραγματεύσεις με τον Ούγγρο ηγεμόνα Λουδοβίκο, η αισχρή για το λαό υποταγή του Ιωάννη στον πάπα Ουρβανό και η ένδεια του αυτοκράτορα κατά την επίσκεψή του στη Βενετία, για διευθέτηση οφειλών, δημιουργούσαν στην πρωτεύουσα κλίμα αγανάκτησης και απογοήτευσης προς τον απροκάλυπτα δυτικόφιλο Ιωάννη. Ο Ανδρόνικος δε φανέρωσε έμπρακτα τις προθέσεις του. Όμως αδράνησε προκλητικά, όταν ουσιαστκά ο πατέρας του ήταν όμηρος των Βουλγάρων (Βίντιν, 1366) και χρειάστηκε η επέμβαση του Αμεδέου της Σαβοΐας (ξαδέλφου του Ιωάννη), αλλά και όταν ο Ιωάννης ζήτησε οικονομική βοήθεια, ενώ βρισκόταν στη Βενετία, και τελικά η συνδρομή του ευπειθούς Μανουήλ έδωσε τη λύση. Επιπρόσθετα, οι σχέσεις πατέρα-πρωτότοκου γιου ψυχράθηκαν περισσότερο επειδή ο Ιωάννης συμφώνησε με τους Βενετούς την παραχώρηση της νήσου Τενέδου, μήλου της έριδας μεταξύ των μεγάλων ιταλικών ναυτικών δυνάμεων, Βενετίας και Γένοβας, με την οποία συνεργαζόταν μυστικά ο Ανδρόνικος.
Η σύγκρουση με την πατρική εξουσία 
Η πρώτη, όμως, ένοπλή του προσπάθεια το 1373 απέτυχε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να φυλακιστεί μαζί με το γιο του, αφού τιμωρήθηκαν με τύφλωση. Η εκτέλεση της εντολής δεν επέφερε βέβαια πλήρη τύφλωση, μιας και σε διάστημα σχεδόν δύο χρόνων η όραση των κρατουμένων επανήλθε σε τέτοια επίπεδα, ώστε να διεκδικήσουν την εξουσία. Με τη βοήθεια, λοιπόν, των Γενουατών απέδρασε ο Ανδρόνικος και οργάνωσε πραξικόπημα που πέτυχε (Μάιος του 1376). Συνέλαβε και φυλάκισε τον Ιωάννη και τον αδελφό του Μανουήλ. Κάθισε, επομένως, στο θρόνο από το 1376 μέχρι το 1379, παρεμβάλλοντας τη βασιλεία του σε αυτή του πατέρα του. Το 1379 Ιωάννης και Μανουήλ απελευθερώθηκαν πιθανόν από τους Τούρκους και τους Βενετούς, σταθερά εχθρούς του Ανδρόνικου, λόγω της φιλικής προς τους Γενουάτες πολιτικής του. Μετά από συμβιβασμό, στον Ανδρόνικο αποδόθηκε ο τίτλος του συναυτοκράτορα και του παραχωρήθηκε μια περιοχή στη Σηλυμβρία, καθώς και δικαίωμα διαδοχής στο βυζαντινό θρόνο από το γιο του Ιωάννη. Πέθανε το 1385 στις 28 Ιουνίου.

12 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 838 ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΑΜΟΡΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΑΒΕΣ


Πρώτο έφθασε στο Αμόριον το στράτευμα του Ashinas, ακολούθησε εκείνο του χαλίφη Μουτασίμ και την τρίτη ημέρα ο στρατός του Afshin. Έχοντας το κάθε στράτευμα αναλάβει ένα συγκεκριμένο τμήμα των τειχών και διαθέτοντας πλήθος πολιορκητικών μηχανών, έθεσαν το Αμόριον σε κατάσταση πολιορκίας την 1η Αυγούστου 838. Λίγο προτού ξεκινήσει η πολιορκία15 ή κατά τις πρώτες ημέρες της, ο Θεόφιλος, ανήσυχος για το αν θα μπορούσαν τελικά οι βυζαντινές δυνάμεις να προασπίσουν τη γενέτειρά του, απέστειλε πρεσβεία προς το Μουτασίμ, μέσω της οποίας τον διαβεβαίωνε ότι οι βιαιότητες που είχε διαπράξει το στράτευμά του τον προηγούμενο χρόνο στη Σωζόπετρα (Ζάπετρα) είχαν γίνει χωρίς δική του διαταγή. Του υποσχόταν επίσης ότι θα ανοικοδομούσε με δικά του έξοδα την πόλη, θα επέστρεφε όσους αιχμαλώτους είχε πάρει και θα του πρόσφερε επιπλέον και άλλα δώρα αν συναινούσε σε μια νέα συνθήκη ειρήνης. Ο Μουτασίμ ωστόσο αδιαφόρησε για τις προτάσεις του Θεοφίλου, σίγουρος για την κατάληψη του Αμορίου. Προκειμένου μάλιστα να την παρακολουθήσουν από κοντά οι Βυζαντινοί πρέσβεις, δεν επέτρεψε την αποχώρησή τους. Για αρκετές ημέρες οι αραβικές επιθέσεις δεν είχαν αποτέλεσμα, καθώς οι βυζαντινές δυνάμεις τις απέκρουαν με επιτυχία. Ωστόσο ένας αραβικής καταγωγής κάτοικος του Αμορίου, ο οποίος είχε αιχμαλωτιστεί στο παρελθόν από τους Βυζαντινούς και είχε ασπαστεί στη συνέχεια το χριστιανισμό, υπέδειξε κρυφά στον Άραβα χαλίφη ένα σημείο του τείχους που είχε πρόσφατα υποστεί καταστροφές εξαιτίας της βροχής και δεν είχε επιδιορθωθεί με επιμέλεια. Αμέσως ο Μουτασίμ έστρεψε τις πολιορκητικές μηχανές προς τα εκεί και το ρήγμα που επέφερε στο τείχος αποδυνάμωσε κάθε απόπειρα αντίστασης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο στρατηγός του θέματος Ανατολικών Αέτιος αποφάσισε τη φυγή από το Αμόριον κατά τη διάρκεια της νύχτας όσο το δυνατόν περισσότερων στρατιωτών, η επιστολή όμως με την οποία ενημέρωνε σχετικά το Θεόφιλο έπεσε στα αραβικά χέρια και τα σχέδιά του ματαιώθηκαν.

3. Άλωση Αμορίου

Στα μέσα Αυγούστου του 838 (12, 13 ή 15) ο Βυζαντινός διοικητής Βοϊδίτζης, στον οποίο είχε ανατεθεί η προάσπιση του τείχους στο σημείο του ρήγματος, αποθαρρυμένος από την ορμή των Αράβων και ανίκανος να τους συγκρατήσει, επισκέφθηκε κρυφά το αντίπαλο στρατόπεδο, δίνοντας ταυτόχρονα εντολή στους στρατιώτες του να σταματήσουν τις εχθροπραξίες με τους Άραβες μέχρις ότου επιστρέψει. Έτσι, ενόσω ο Βοϊδίτζης διαπραγματευόταν τη σωτηρία του με το χαλίφη Μουτασίμ, οι Άραβες εισήλθαν χωρίς καμία δυσκολία στο Αμόριον. Ορισμένοι στρατιώτες κατέφυγαν στο ναό μιας μονής του Αμορίου, από όπου προσπάθησαν να προβάλουν ένοπλη αντίσταση στους Άραβες, αλλά τελικά κάηκαν μαζί με το ναό, ενώ και όσοι κινούνταν υπό την καθοδήγηση του Αετίου αναγκάστηκαν τελικά να παραδοθούν. Μετά την είσοδό τους στο Αμόριον οι Άραβες επιδόθηκαν σε σφαγή του πληθυσμού και συστηματική λεηλασία των περιουσιών, ενώ αιχμαλωτίστηκε πλήθος κατοίκων, ανάμεσά τους και πολλοί Βυζαντινοί αξιωματούχοι. Μονάχα στους πρέσβεις του Βυζαντινού αυτοκράτορα επέτρεψε ο χαλίφης Μουτασίμ να αποχωρήσουν ασφαλείς και να μεταφέρουν την είδηση της άλωσης. Αφού οι Άραβες συγκέντρωσαν και μοίρασαν μεταξύ τους τη λεία από τη λεηλασία, πυρπόλησαν την πόλη καταστρέφοντάς την σχεδόν ολοσχερώς. Η φήμη που διαδόθηκε ότι ο Θεόφιλος σκόπευε να επιτεθεί και πάλι ώθησε τον Άραβα χαλίφη να κινηθεί προς το Δορύλαιον, αλλά δε συνάντησε κανένα βυζαντινό στράτευμα και επέστρεψε στο Αμόριον, προκειμένου να σχεδιάσει τις επόμενες κινήσεις του. Στο μεταξύ όμως μια νέα εξέγερση είχε ξεσπάσει στο χαλιφάτο των Αράβων υπό τον Abbas, η οποία ανάγκασε το Μουτασίμ να ματαιώσει τη συνέχεια της εκστρατείας του στα βυζαντινά εδάφη και να επιστρέψει εσπευσμένα στη Συρία.

4. Συνέπειες άλωσης

Η άλωση του Αμορίου αποτέλεσε το σημαντικότερο πλήγμα που επέφερε η εκστρατεία των Αράβων το 838. Η καταστροφή της πόλης οδήγησε σε μαρασμό από οικονομική άποψη, ενώ από διοικητική σήμαινε την προσωρινή μεταφορά της έδρας του θέματος Ανατολικών στον Πολύβοτο. Σημαντικότερος ωστόσο ήταν ο ψυχολογικός αντίκτυπος στους υπηκόους της αυτοκρατορίας και κυρίως στον ίδιο τον αυτοκράτορα, ο οποίος συγκλονισμένος από τα όσα συνέβησαν αρρώστησε βαριά. Σε μια προσπάθεια να εξαγοράσει όλους τους Βυζαντινούς αιχμαλώτους και κυρίως τους στρατιωτικούς αξιωματούχους και τις οικογένειές τους, ο Θεόφιλος απέστειλε πρεσβεία στο Μουτασίμ με επικεφαλής το Βασίλειο,26 προσφέροντας ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Ο Μουτασίμ ωστόσο απέρριψε την προσφορά και ζήτησε ως αντάλλαγμα την παράδοση του δομέστικου των σχολών Μανουήλ και του Πέρση Nasr/Θεόφοβου στους Άραβες, ενδεχόμενο το οποίο απέκλεισαν με τη σειρά τους οι Βυζαντινοί.27 Έτσι, οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν και οι αιχμάλωτοι παρέμειναν στα χέρια των Αράβων. Σαράντα δύο από αυτούς βρήκαν μαρτυρικό θάνατο στις 6 Μαρτίου του 846 στην πρωτεύουσα του χαλιφάτου Σαμάρρα, διότι αρνήθηκαν να εξισλαμιστούν. Μολονότι κατά ένα μεγάλο βαθμό οφειλόταν σε τυχαίο περιστατικό,28 η άλωση του Αμορίου αμφισβήτησε την ικανότητα των βυζαντινών στρατευμάτων να υπερασπίσουν τα εδάφη της αυτοκρατορίας από τους Άραβες, οι οποίοι εμφανίζονταν πλέον ακόμη πιο απειλητικοί. Σε άμεση συνάρτηση με αυτό θιγόταν και η πολιτική του αυτοκράτορα εναντίον των εικόνων, στην οποία οι οπαδοί των εικόνων απέδωσαν τις στρατιωτικές αποτυχίες, πιστεύοντας ότι δεν εξασφάλιζε τη θεϊκή προστασία. Στην προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η δύσκολη κατάσταση, ο Θεόφιλος στράφηκε ήδη από τα τέλη του 838 προς τα κράτη της Δύσης. Συγκεκριμένα απέστειλε πρεσβείες στη Βενετία, στο βασιλιά των Φράγκων Λουδοβίκο τον Ευσεβή, καθώς και στο χαλίφη της Ισπανίας Abd-al-Rahman II, ζητώντας τη βοήθειά τους στον αγώνα εναντίον τόσο των Αράβων της Ανατολής όσο και εκείνων της Δύσης