ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΛΑΟΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΞΑΝΘΟΣ

1. Νεανικά χρόνια: Η Οδησσός και η ίδρυση της Εταιρείας

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος γεννήθηκε στην Πάτμο το 1772. Ο πατέρας του Νικόλαος είχε υπηρετήσει στο ρωσικό στρατό, ενώ η μητέρα του Δούκαινα, που καταγόταν από αρχοντική οικογένεια του νησιού, φρόντισε για την ανατροφή του.1 Σπούδασε στην Πατμιάδα Σχολή. Όταν έγινε 20 ετών, μετέβη στην Τεργέστη και εργάσθηκε σε
μεγάλο εμπορικό οίκο. Το 1810 επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Οδησσό, όπου εργάσθηκε ως γραμματέας του μεγαλεμπόρου Βασιλείου Ξένου. Το 1812 ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για εμπορικές υποθέσεις και συνεταιρίσθηκε με τους Ιωαννίτες Ασημάκη Κροκίδα, Χριστόδουλο Οικονόμου και Κυριάκο Μπατζακτζή σχετικά με το εμπόριο λαδιού. Για το λόγο αυτόν μετέβη στις αρχές του 1813 στην Πρέβεζα και τα Γιάννενα, όπου έλαβε σχετική άδεια από τον Αλή Πασά με τη μεσολάβηση του Μάνθου Οικονόμου, αδελφού ενός εκ των συνεταίρων του. Στη συνέχεια επισκέφθηκε την Αγία Μαύρα (Λευκάδα), όπου, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του,2 μυήθηκε στον Τεκτονισμό. Το Νοέμβριο του 1813 επανήλθε στην Οδησσό. Εκεί, όπως αναφέρει ο ίδιος,3 γνώρισε το Νικόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφκαι συνδέθηκε φιλικά μαζί τους. Η φιλία των τριών ανδρών οδήγησε στην ιδέα της σύστασης μιας μυστικής εταιρείας.4

Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, επαναπροσεγγίζοντας το θέμα της σύστασης της Φιλικής Εταιρείας,5 ύστερα από έρευνα σε αρχειακές πηγές και μελέτη της αλληλογραφίας μεταξύ των μελών της Φιλικής Εταιρείας, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα η υπόθεση πως δεν υπήρξε πράγματι ιδρυτική τριάδα της Εταιρείας. Την πρωτοβουλία στην πρώτη επεξεργασία της ιδέας σύστασης της Φιλικής την είχαν, κατά τον Σβολόπουλο, οι Τσακάλωφ και Σκουφάς, χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο αρχικός εμπνευστής. Κατά την παραμονή τους στην Οδησσό –υποστηρίζει ο Σβολόπουλος– διασταύρωσαν τις σκέψεις τους με τις σκέψεις δύο ακόμα Ελλήνων πατριωτών από τον επαγγελματικό τους κύκλο, του Αναγνωστόπουλου και του Ξάνθου. Δεν είναι καν αναγκαίο –πάντα κατά τον Κων. Σβολόπουλο– να συναντήθηκαν από κοινού και οι τέσσερις. Όταν οι δύο πρώτοι ολοκλήρωσαν στη Μόσχα την επεξεργασία της αρχικής ιδέας και καθόρισαν επακριβώς τους όρους δράσης της Εταιρείας, αποφάσισαν να δράσουν.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ενώ στα απομνημονεύματά του, το έτος 1834, κάνει λόγο για ιδρυτική ομάδα της Εταιρείας αποτελούμενη από το Σκουφά, τον Τσακάλωφ και τον ίδιο, σε αναφορά του προς την Εθνοσυνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 σημειώνει ότι: «οι συσκεφθέντες και αρχίσαντες το έργον εις Οδησσόν κατά τον Νοέμβριον του 1814 έτους ήσαν τέσσερα άτομα, ο Νικόλαος Σκουφάς εξ Άρτης, ο Αθανάσιος Φίρου Τσακάλωφ, Ιωαννίτης, ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, Πελοποννήσιος, και ο υποφαινόμενος εκ Πάτμου».6

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος από την Ανδρίτσαινα της Ηλείας, ο οποίος εργαζόταν ως υπάλληλος στο εμπορικό κατάστημα του Αθανασίου Σέκερη (τον οποίο αργότερα θα μυήσει στην Εταιρεία), γνώρισε στην Οδησσό το Νικόλαο Σκουφά και συνδέθηκε μαζί του με στενή φιλία.

Ένα άλλο θέμα το οποίο δημιουργεί πολλά ερωτηματικά σχετικά με το χρόνο και τη σειρά συμμετοχής στην ιδρυτική ομάδα είναι η αναφορά στα συνθηματικά αρχικά που χρησιμοποιούσαν τα μέλη της. Ο Τσακάλωφ χρησιμοποίησε τα αρχικά Α.Β (γεγονός που από κάποιους ερευνητές θεωρήθηκε ένδειξη του ότι σε αυτόν ανήκει η ιδέα της ίδρυσης της Εταιρείας), ο Σκουφάς τα αρχικά Α.Γ και ο Ξάνθος τα αρχικά Α.Δ, τα οποία αργότερα ζήτησε και του δόθηκαν ο Νικόλαος Γαλάτης.

Η ενδεχόμενη συμμετοχή του Π. Αναγνωστόπουλου στην ιδρυτική τριάδα καταρρίπτεται, αφού θα έπρεπε σε αυτόν να ανήκουν τα αρχικά Α.Δ (αντιθέτως έλαβε από την αρχή τα αρχικά Α.Ι). Εξάλλου η παραχώρηση στο Νικόλαο Γαλάτη των αρχικών Α.Δ ενδεχομένως να οφείλεται σε αδρανοποίηση του Ξάνθου ως το 1817, όταν αυτός βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη και οι δύο σύντροφοί του και συνιδρυτές της Εταιρείας στη Μόσχα.7

2. Η επανασύνδεση της ιδρυτικής ομάδας και η μεταφορά της έδρας στην Κωνσταντινούπολη

Η ενδεχόμενη αδρανοποίηση του Ξάνθου το διάστημα της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη και μέχρι τη συνάντησή του με το Νικόλαο Σκουφά το Πάσχα του 1818 ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν γνώριζε τον ακριβή τόπο κατοικίας του Ξάνθου. Μετά τη συνάντησή τους η παλιά φιλία αναθερμαίνεται. Μετά το θάνατο του Σκουφά ο Εμμανουήλ Ξάνθος και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος αναβαθμίζονται σε ηγέτες της Εταιρείας, μαζί με τον Παναγιώτη Σέκερη,8 και θα αποτελέσουν την ηγετική της ομάδα ως την κήρυξη της Επανάστασης. Στην ηγετική ομάδα παρέμεινε και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ ως την αναχώρησή του για την Ερμιόνη και στη συνέχεια τη φυγή του στην Πίζα της Ιταλίας.

Στις συσκέψεις της η ηγετική ομάδα αποφάσισε να παραμείνει η Αρχή μυστηριώδης και απρόσωπη, να εξακολουθήσουν οι κατηχήσεις «Συστημένων» και «Ιερέων», να λειτουργήσει το σύστημα των «Αποστόλων», να απονέμεται με φειδώ ο βαθμός του «Ποιμένος». Την ίδια εποχή η Εταιρεία, και παρά τη συνεχή διεύρυνσή της, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα.9

Ο ρόλος του Εμμανουήλ Ξάνθου στο θέμα της αναζήτησης αρχηγού της Εταιρείας ήταν ιδιαίτερα σημαντικός. Είναι γεγονός ότι από τη σύστασή της έως και τη διεύρυνσή της η Φιλική Εταιρεία προσέβλεπε στη βοήθεια της Ρωσίας. Το ιδανικότερο πρόσωπο για την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο ελληνικής καταγωγής υπουργός Εξωτερικών του Ρώσου αυτοκράτορα και από τα άτομα του στενού περιβάλλοντός του. Στην ανάληψη της αρχηγίας από τον Καποδίστρια, ως επισφράγιση της ρωσικής υποστήριξης στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, προσέβλεπαν και μέλη των στρατιωτικών σωμάτων και των τοπικών ελίτ του ελλαδικού χώρου, όπως ο Μπέης της Μάνης Πέτρος (Πετρόμπεης) Μαυρομιχάλης, στους κόλπους των οποίων είχε προωθήσει το μήνυμά της η Εταιρεία.

Στις 15 Ιανουαρίου 1820 έφθασε στην Πετρούπολη ο Ξάνθος και την επομένη έγινε εγκάρδια δεκτός από τον Καποδίστρια, ο οποίος ωστόσο αρνήθηκε να αναλάβει την ηγεσία.10 Ο Φιλήμων11 αναφέρει ότι ο Ξάνθος βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία μετά την άρνηση του Καποδίστρια. Για το λόγο αυτόν, και χωρίς να ενημερώσει την Αρχή, απευθύνθηκε στο γόνο φαναριώτικης οικογένειας, διακεκριμένο στρατηγό και υπασπιστή του Τσάρου Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η πρωτοβουλία αυτή του Ξάνθου υπήρξε πολύτιμη υπηρεσία στην εθνική υπόθεση και αναβαθμίζει τον ιστορικό ρόλο του στο πλαίσιο της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος παρέμεινε συνεργάτης του Αλέξανδρου Υψηλάντη και από κοινού ίδρυσαν την «Εθνικήν Κάσαν», το κοινό ταμείο το οποίο προοριζόταν για την εξασφάλιση της οικονομικής ενίσχυσης του αγώνα. Μετά την αποτυχία του κινήματος του Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ο Εμμανουήλ Ξάνθος ταξίδευσε στα κέντρα των ελληνικών παροικιών προκειμένου να εξασφαλίσει οικονομική υποστήριξη για τον επαναστατικό αγώνα που είχε ήδη ξεκινήσει στην κυρίως Ελλάδα.12

3. Ο ρόλος του Ξάνθου μετά τη διάλυση της Εταιρείας

Τον Ιούνιο του έτους 1823 ο Εμμανουήλ Ξάνθος διαπεραιώθηκε μαζί με τον Αθανάσιο Τσακάλωφ στο Μοριά. Για ένα μικρό διάστημα διέμεινε στην Τρίπολη, κοντά στο Δημήτριο Υψηλάντη,13 με τον οποίο κατάρτισαν από κοινού σχέδιο για την απόδραση του Αλέξανδρου Υψηλάντη από τις φυλακές του Μούκατς της Ουγγαρίας, όπου κρατούνταν. Για το σκοπό αυτόν ο Ξάνθος μετέβη στην Ουγγαρία. Ωστόσο το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε γιατί ο Αλέξανδρος Υψηλάντης δεν συναίνεσε στην απόδρασή του και ο Εμμανουήλ Ξάνθος επέστρεψε στην Πελοπόννησο.

Λίγο πριν από την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στην επαναστατημένη Ελλάδα, ο Ξάνθος αναχώρησε για το Βουκουρέστι (1827), όπου αποσύρθηκε και ιδιώτευσε λησμονημένος απ’ όλους. Φαίνεται ότι την εποχή εκείνη ο Ξάνθος ασχολήθηκε με τα προβλήματα επιβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του. Από κάποιους μάλιστα θεωρήθηκε νεκρός. Μεταξύ αυτών και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ο οποίος το 1834 δημοσίευσε ένα λίβελλο εναντίον του στην εφημερίδα Αιών του Ι. Φιλήμονος, κατηγορώντας τον ότι είχε ξοδέψει αλόγιστα τα χρήματα της «Εθνικής Κάσας».

Το 1837 ο Ξάνθος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και επιδόθηκε, μέσω των απομνημονευμάτων που συνέγραψε, στην αποκατάσταση του ιστορικού του ρόλου ως ιδρυτικού μέλους της Φιλικής Εταιρείας. Η έκδοση των απομνημονευμάτων του ανάγκασε τον Ιωάννη Φιλήμονα να ανασκευάσει τις απόψεις που είχε διατυπώσει για τον Ξάνθο και τη συμμετοχή του στην Αρχή της Εταιρείας και να δημοσιεύσει επιστολή το Μάρτιο του 1840 στην εφημερίδα Αιών στην οποία ανασκεύαζε τις κατηγορίες εναντίον του.14 Σε ένδειξη αναγνώρισης των υπηρεσιών που προσέφερε προς το Έθνος το νεοσύστατο ελληνικό κράτος τού απένειμε το «Χρυσούν Σταυρόν του Σωτήρος» και ένα χρηματικό επίδομα, που ποτέ δεν έλαβε.

Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στα όρια της οικονομικής εξαθλίωσης, σε ένα χαμόσπιτο στην οδό Νικοδήμου 27. Πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, λίγες ώρες μετά το βαρύτατο τραυματισμό του από πτώση στις σκάλες της Βουλής, όπου είχε παρακολουθήσει ως απλός πολίτης μια συνεδρίαση. Το Ελληνικό Κράτος τού απέδωσε κατά την κηδεία τιμές στρατηγού.






1. Βλ. Μαζαράκης-Αινιάν, Ι.Κ., Η Φιλική Εταιρεία (Αθήνα 1967), σελ. 5.


2. Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 2.


3. Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 2.


4. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι ο ίδιος «πνέων μίσος κατά της τουρκικής τυραννίας συνέλαβεν αμέσως την ιδέαν ότι ηδύνατο να ενεργηθή μια μυστική εταιρεία κατά τους κανόνας των ελευθέρων τεκτόνων», απαντώντας σε όσα αναφέρει ο Ιωάννης Φιλήμων στο Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρείας (Ναύπλιο 1834) περί μη συμμετοχής του στην ιδρυτική ομάδα της Εταιρείας. Βλ. Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 2.


5. Σβολόπουλος, Κ., «Η σύσταση της Φιλικής Εταιρείας. Μια επαναπροσέγγιση», Τα Ιστορικά 18:35 (2001), σελ. 283-298.


6. Βλ. Μπογδανόπουλος, Δ., Φιλική Εταιρεία (Πάτρα χ.χ.), σελ. 97-208 (όπου και φωτογράφιση κειμένου Εθνικής Βιβλιοθήκης, αριθμ. 9142).


7. Ο Δ. Μπογδανόπουλος, σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της ιστορικής μνήμης του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου ως ιδρυτικού μέλους της Φιλικής, αναφέρει στην ιστορική μονογραφία για τη Φιλική Εταιρεία ότι τα αρχικά αυτά δόθηκαν στην Κωνσταντινούπολη μετά την τελική διαμόρφωση της Οργάνωσης και δεν ανταποκρίνονται στη σειρά συμμετοχής τους στην ιεραρχία της Εταιρείας, αλλά σε αρχικά των ψευδωνύμων που χρησιμοποιούσαν τα μέλη της Αρχής: Τσακάλωφ Α.Β: Αναστάσιος Βασιλείου, Κομιζόπουλος Α.Ε: Ανδρέας Ελευθεριάδης, Ξάνθος Α.Θ: Θωμαΐδης ή Θυμίδης, Αναγνωστόπουλος Α.Ι: Ιωαννίδης, Ιωακείμ Παναγ. Σέκερης Α.Κ: Κοντός, Καρίμου, Καλόβουλος. Βλ. Μπογδανόπουλος, Δ., Φιλική Εταιρεία (Πάτρα χ.χ.), σελ. 65 κ.ε.


8. Ο Παναγιώτης Σέκερης , ο οποίος διέθεσε μεγάλο μέρος της προσωπικής του περιουσίας για τους σκοπούς της Εταιρείας, από μεγάλη μερίδα ιστορικών έχει χαρακτηριστεί ως διάδοχος ουσιαστικά του αποθανόντος Σκουφά στην ηγεσία της εταιρείας. Βλ. και Μαζαράκης-Αινιάν, Ι.Κ., Η Φιλική Εταιρεία (Αθήνα 1967), σελ. 26 κ.ε.


9. Ο Κυριάκος Καμαρινός απειλούσε να αποκαλύψει στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν είχε καμία ανάμειξη στην Εταιρεία, ενώ ο Γαλάτης από το Βουκουρέστι ζητούσε μεγάλα χρηματικά ποσά απειλώντας ότι θα προδώσει την Εταιρεία. Η ανάγκη να οριστεί ένας αρχηγός αυξημένου κύρους ήταν περισσότερο από ποτέ επιτακτική.


10. Στα απομνημονεύματά του ο Ξάνθος αναφέρει σχετικά: «αλλ’ ο Καποδίστριας δεν εδέχθη, λέγων ότι, υπουργός ων του Αυτοκράτορος δεν ηδύνατο, και άλλα πολλά». Παρ’ όλα αυτά δεν απέλπισε τον Ξάνθο, προτείνοντάς του: «Αν οι αρχηγοί γνωρίζουν άλλα μέσα προς κατόρθωσιν του σκοπού των ας τα μεταχειρισθώσιν». Βλ. Ξάνθος, Εμμ.,Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 16.


11. Βλ. Φιλήμων, Ι., Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρείας (Ναύπλιο 1834), σελ. 254.


12. Στις 4 Αυγούστου 1821, σε γενική συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στο ελληνικό γυμνάσιο της Οδησσού και μετά τη δραματική τροπή που είχαν πάρει οι εξελίξεις, αποφασίσθηκε η μετονομασία της Φιλικής Εταιρείας σε Φιλανθρωπική Ελληνική Εταιρεία. Η ενέργεια αυτή, που έγινε με πρωτοβουλία της ελληνικής κοινότητας της Οδησσού, είχε σκοπό να βοηθήσει τη λειτουργία της Εταιρείας στο πλαίσιο του σκοπού της, που ήταν η στήριξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Η Φιλανθρωπική Ελληνική Εταιρεία λειτούργησε ως την 1η Αυγούστου του 1851. Βλ. Αυγητίδης, Κ.Γ., Οι Έλληνες της Οδησσού και η Επανάσταση του 1821, αφιέρωμα στα 200 χρόνια από την ίδρυση της Οδησσού (Αθήνα – Γιάννενα 1994), σελ. 179 κ.ε.


13. Διορίσθηκε μάλιστα και μέλος μιας Επιτροπής για την εκδίκαση της διαφοράς μεταξύ του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού Βρεσθένης με κάποιους στρατιώτες. Βλ. Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 34.


14. Βλ. Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 35.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΣΑΚΑΛΩΦ

1. Τα νεανικά χρόνια

Ο νεότερος από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας ήταν ο Αθανάσιος Τσακάλωφ-Τεκελής, που γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1790 και ήταν γόνος της ευκατάστατης οικογένειας των Τεκελήδων. Ακολουθώντας τα δίκτυα των εγκατεστημένων στις παροικίες Ηπειρωτών, αναζήτησε την τύχη του εκτός της οθωμανικής επικράτειας.

Ο πατέρας του Νικηφόρος Τεκελής καταγόταν από τον Τύρναβο και ασχολήθηκε στα Γιάννενα με το εμπόριο γουναρικών. Εκεί νυμφεύθηκε τη Βασιλική Γώγου, που καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της περιοχής. Ο Αθανάσιος φοίτησε στη Μαρουτσαία Σχολή, την οποία διηύθυνε ο Αθανάσιος Ψαλίδας. Όμως κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες1 έφυγε από τα Γιάννενα και κατέφυγε στη Μόσχα, κοντά στον πατέρα του. Αργότερα μεταβαίνει στο Παρίσι για να σπουδάσει φυσικές επιστήμες. Εκεί θα έλθει σε επαφή με τον κύκλο του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου, στον οποίο μετέχουν τόσο Έλληνες όσο και Γάλλοι φιλέλληνες, με επικεφαλής τον κόμη Choiseul Gouffier, και του οποίου θα γίνει μέλος. Συμμετείχε επίσης στην ίδρυση μιας ακόμα εταιρείας που δραστηριοποιήθηκε στους κύκλους της ελληνικής διασποράς, της Φιλανθρώπου Εταιρείας. Η εταιριστική αυτή δράση του Τσακάλωφ στο Παρίσι θα παίξει σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας.

Το 1813 ο Τσακάλωφ εγκατέλειψε το Παρίσι και έφυγε για τη Μόσχα, όπου ζούσε η οικογένειά του. Τον ίδιο χρόνο μετέβη για εμπορικούς λόγους στην Οδησσό, όπου συνάντησε το Νικόλαο Σκουφά. Μέσω αυτού γνωρίσθηκε και με τον Εμμανουήλ Ξάνθο. Στη συνέχεια εργάσθηκε ως επιστάτης σε εμπορικό οίκο της Οδησσού, πιθανόν λόγω χρεοκοπίας των επιχειρήσεων της οικογένειας.

Το Σεπτέμβριο του έτους 1814 ο Σκουφάς και ο Τσακάλωφ αναχώρησαν για τη Μόσχα προκειμένου να τελειοποιήσουν –όπως αναφέρει ο Ξάνθος στα απομνημονεύματά του–2τον κανονισμό της Εταιρείας, ενώ ο τελευταίος το Δεκέμβριο του ίδιου έτους αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Η συνεισφορά του Τσακάλωφ στην τελειοποίηση του κανονισμού, λόγω της προαναφερθείσας εταιριστικής δράσης του στο Παρίσι, υπήρξε ιδιαιτέρως σημαντική.3

2. Κωνσταντινούπολη: Η επαναδραστηριοποίηση στην Εταιρεία

Πέρα από τη συμβολή του στη διαμόρφωση και τελειοποίηση του Καταστατικού της Φιλικής Εταιρείας, ο Τσακάλωφ δεν ανέπτυξε αξιόλογη πολιτική δράση στη Μόσχα. Επιστρέφει στην Οδησσό τον Ιούλιο του 1817, περισσότερο ώριμος αλλά χωρίς τον ενθουσιασμό του νεαρού επαναστάτη. Συναντιέται με το Σκουφά, ο οποίος του εκμυστηρεύεται τους οραματισμούς του για άνοιγμα της Εταιρείας προς τους πληθυσμούς και τα ένοπλα σώματα του ελλαδικού χώρου και τη μεταφορά της έδρας της στη Μάνη. Ο Τσακάλωφ είναι διστακτικός. Προτείνει να μελετήσουν καλύτερα τα πράγματα και αν χρειασθεί να διαλύσουν προσωρινά την Εταιρεία. Ωστόσο ο ενθουσιασμός του Σκουφά θα πείσει τελικά τον Τσακάλωφ να συνεχίσουν προς την επιδίωξη του σκοπού τους. Στη συνέχεια θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη προκειμένου να συναντήσει τον Ξάνθο.4

Η άφιξή του στην Κωνσταντινούπολη εγκαινιάζει ουσιαστικά την ενεργό δράση του στην Εταιρεία. Το σύντομο διάστημα της παραμονής του εκεί αναπτύσσει έντονη συνωμοτική δράση, αλλάζει σπίτια και ονόματα και εργάζεται για τους σκοπούς της Εταιρείας. Στα τέλη του 1817 αναχωρεί με τον Άνθιμο Γαζή για τις Μηλιές του Πηλίου. Στη συνέχεια περιοδεύει στα παράλια του Παγασητικού, της Μακεδονίας και της Θράκης για την κατήχηση νέων μελών.

Τον Απρίλιο του 1817 μεταβαίνει στη Σμύρνη για τους σκοπούς της Εταιρείας. Όμως τα γεγονότα θα τον αναγκάσουν να επισπεύσει την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη λίγες ημέρες πριν από το θάνατο του Νικολάου Σκουφά. Η απώλειά του έχει ως συνέπεια να αναλάβουν ο Τσακάλωφ και ο Ξάνθος τα ηνία της Εταιρείας. Μεταξύ των προβλημάτων που είχαν να αντιμετωπίσουν ήταν η αναζήτηση αρχηγού, καθώς και η περίπτωση του Νικολάου Γαλάτη, ο οποίος εκβίαζε τα μέλη της Εταιρείας απειλώντας ότι θα τα καταδώσει στις οθωμανικές αρχές.5 Η συμπεριφορά του Γαλάτη είχε ξεπεράσει τα όρια και για το λόγο αυτόν η ηγετική ομάδα αποφάσισε να τον εξοντώσει. Αντίθετα, ο Ε. Μωραϊτίνης-Πατριαρχέας στη μονογραφία του για το Νικόλαο Γαλάτη υποστηρίζει ότι οι διενέξεις για την αρχηγία της οργάνωσης μετά το θάνατο του Νικολάου Σκουφά ήταν αυτές που οδήγησαν τους Φιλικούς στην εκτέλεση του Γαλάτη.6

3. Ερμιόνη – Μάνη – Πίζα

Ως πρόσχημα για την εξόντωση του Γαλάτη επινοήθηκε μια αποστολή στο Μοριά το Δεκέμβριο του 1818. Στην αποστολή πήραν μέρος ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο Παναγιώτης Δημητρόπουλος, ο Νικόλαος Γαλάτης και ο υπηρέτης του Δημήτριος Κουτμάς. Στην παραλία της Ερμιόνης ο Γαλάτης και ο Κουτμάς εκτελέστηκαν από τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο, παρουσία του Τσακάλωφ. Μετά την εκτέλεση του Γαλάτη οι Τσακάλωφ και Δημητρόπουλος αποφάσισαν να καταφύγουν στη Μάνη.7

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, που περίμενε από τον Τσακάλωφ οικονομική ενίσχυση για την οργάνωση του ένοπλου αγώνα και αγνοούσε αρχικά το συμβάν, μόλις ενημερώθηκε σχετικά ζήτησε από τους φυγάδες να διαπεραιωθούν στην Ιταλία, όπου θα ήταν πιο ασφαλείς.

Το Νοέμβριο του 1819 ο Τσακάλωφ και ο Δημητρόπουλος έφτασαν στην Πίζα και ήλθαν σε επαφή με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και το μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο, καθώς και τον Κωστάκη Καρατζά, γιο του ηγεμόνα της Βλαχίας Ιωάννη Καρατζά, τους οποίους μύησε στην Εταιρεία ο Τσακάλωφ. Λίγους μήνες μετά (Απρίλιος του 1820 ) έφτασε στην Πίζα και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος. Η επαφή των Τσακάλωφ και Αναγνωστόπουλου με τον αποκαλούμενο «κύκλο της Πίζας»8 απομάκρυνε τα δύο ηγετικά στελέχη της Φιλικής Εταιρείας από την υψηλαντική παράταξη.

4. Η συμμετοχή στην Επανάσταση

Με την έναρξη της Επανάστασης στις Ηγεμονίες ο Τσακάλωφ με τον Αναγνωστόπουλο αναχώρησαν για τη Μολδοβλαχία. Ωστόσο λόγω ξαφνικής ασθένειας ο Τσακάλωφ παρέμεινε για ένα διάστημα στη Βιέννη πριν από την άφιξή του στο στρατόπεδο του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο οποίος τον διόρισε υπασπιστή του Ιερού Λόχου. Μετά τη μάχη στο Δραγατσάνι, στην οποία κατά μια πληροφορία τραυματίστηκε, κατέβηκε στη Πελοπόννησο και τέθηκε στην υπηρεσία του Δημήτριου Υψηλάντη.

Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τη δράση του στη διάρκεια της Επανάστασης, εκτός από την πληροφορία ότι το Σεπτέμβριο του 1823 διορίστηκε μέλος του «Τριμελούς Επαρχιακού Κριτηρίου της Σαλαμίνος». Την περίοδο της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια υπηρέτησε ως υπάλληλος τουΓενικού Φροντιστηρίου, ενώ υπήρξε πληρεξούσιος της Ηπείρου στην Δ΄ Εθνική Συνέλευση του Άργους.

5. Η τελευταία περίοδος της ζωής του Τσακάλωφ

Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, ο Τσακάλωφ απογοητευμένος αναχώρησε για τη Μόσχα (καλοκαίρι του 1832), όπου παντρεύτηκε και παρέμεινε εκεί ως το θάνατό του, «βιώσας εν ειρήνη και ησυχία».9 Η μόνη επαφή που διατήρησε με την ελληνική πραγματικότητα ήταν η αραιή επικοινωνία του με τον Εμμανουήλ Ξάνθο.

Ο Ιωάννης Φιλήμων, που γνώρισε προσωπικά τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, κάνει λόγο για «άνδρα λίαν εχέμυθον, σκεπτικόν πάντοτε και πάσαν επίδειξιν αποφεύγων».10 Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι μέχρι το τέλος της ζωής του δεν αναφέρθηκε ποτέ δημόσια στη δράση του ως Φιλικού.






1. Σύμφωνα με παράδοση που ωστόσο δεν μπορεί να ελεγχθεί ως προς την εγκυρότητά της, η ομορφιά του νεαρού προκάλεσε την προσοχή του Μουχτάρ Πασά, γιου του Αλή, οι άνδρες του οποίου απήγαγαν τον Αθανάσιο. Η δραστήρια μητέρα του όμως, με τη μεσολάβηση ενός από τους αξιωματούχους του Αλή, κατόρθωσε να τον απελευθερώσει και να τον κρύψει για αρκετούς μήνες σε ασφαλές μέρος, απ’ όπου στη συνέχεια ο πατέρας του μπόρεσε να τον πάρει κοντά του στη Μόσχα. Βλ. Γούδας, Α., Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών Ε΄ (Αθήνα 1872), σελ. 23-24, και Πρωτοψάλτης, Ε.Γ., Η Φιλική Εταιρεία (Αθήνα 1964), σελ. 22-25.


2. Βλ. Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 4. Σχετικά με τη μετάβαση των Τσακάλωφ και Σκουφά στη Μόσχα, ο Φιλήμων παραδίδει ότι ο Σκουφάς κλήθηκε από την εκεί Εμπορική Τράπεζα λόγω πτώχευσης της οικογενειακής επιχείρησης (Φιλήμων, Ι., Δοκίμιον ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρείας [Ναύπλιο 1834], σελ. 178), ενώ ο Σβολόπουλος αναφέρει ότι στη ρωσική πόλη προσδιόρισαν το πλαίσιο και επεξεργάστηκαν το σχέδιο δράσης της Εταιρείας, το οποίο ουσιαστικά εγκαινιάστηκε ένα χρόνο μετά τη Μόσχα και, κυρίως, από την Οδησσό· Σβολόπουλος, Κ., «Η σύσταση της Φιλικής Εταιρείας: Μια επαναπροσέγγιση», Τα Ιστορικά 18:35 (2001), σελ. 291.


3. Η Φιλική Εταιρεία είχε πολλά κοινά ως προς τη δομή και την οργάνωσή της με το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον», στο οποίο μετείχε ως ηγετικό στέλεχος ο Αθανάσιος Τσακάλωφ. Μάλιστα έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο Τσακάλωφ μεταφύτευσε την ιδέα της εταιρείας από το Παρίσι στην Οδησσό, καθώς στο μυστικό κώδικα των Φιλικών αναφέρεται με τα στοιχεία Α.Β, που δηλώνουν κορυφαία θέση στην Εταιρεία. Βλ. Πρωτοψάλτης, Ε.Γ., Η Φιλική Εταιρεία (Αθήνα 1964), σελ. 24.


4. Η μετάβαση της ηγετικής ομάδας στην Κωνσταντινούπολη ενδεχομένως να σχετίζεται και με το φόβο πιθανών συλλήψεων μελών της Φιλικής Εταιρείας μετά τη δράση του Γαλάτη στην Πετρούπολη και τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, που είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον της ρωσικής αστυνομίας.


5. Βλ. Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 13.


6. Βλ. Μωραϊτίνης-Πατριαρχέας, Ε., Νικόλαος Γαλάτης ο Φιλικός, Ιστορική μονογραφία (Αθήνα 2002).


7. Την ίδια στιγμή ο κεχαγιάς του Μορά Βαλεσή (του Οθωμανού διοικητή της Πελοποννήσου) ζήτησε από τους προκρίτους της Ύδρας πληροφορίες για το περιστατικό μετά τη μαρτυρία του Κρανιδιώτη βαρκάρη Αντώνη Καλογιάννη. Ο Τσακάλωφ κρύβεται στο σπίτι του Σπετσιώτη Γεωργίου Πάνου και με το καράβι του θα φυγαδευτεί στη Μονεμβασιά και κατόπιν στη Μάνη.


8. Το έτος 1819 ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, συνοδεύοντας το θείο του Ιωάννη Καρατζά, πρώην ηγεμόνα της Βλαχίας, ο οποίος είχε πέσει σε δυσμένεια από το Σουλτάνο, έφτασε στην Πίζα της Ιταλίας. Εκεί φιλοξενήθηκε στο σπίτι του μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνατίου. Τα περί κατηχήσεως του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Καρατζά αναφέρονται σε επιστολή του Θεοδώρου Νέγρη από το Ιάσιο προς την Αρχή στις 12 Απριλίου 1819: «[…] ο ποστέλνικος Μαυροκορδάτος και ο πρίγκηψ Κωνσταντίνος Καρατζάς κατηχηθέντες έλαβον τα εφοδιαστικά […]». Ωστόσο, τόσο ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος όσο και ο μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος ήταν αντίθετοι για το χρόνο έναρξης της επανάστασης και άσκησαν κριτική στην προσωπικότητα και τη δράση του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Η ομάδα Μαυροκορδάτου, Ιγνατίου και Θεοδώρου Νέγρη, που αποκλήθηκε «Κύκλος της Πίζας», αποτέλεσε καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα το αντίπαλο δέος της υψηλαντικής παράταξης. Βλ. Πρωτοψάλτης, Ε.Γ., Η Φιλική Εταιρεία (Αθήνα 1964), σελ.12 κ.ε.


9. Βλ. Γούδας, Α., Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών Ε΄ (Αθήνα 1872), σελ. 42.


10. Βλ. Πρωτοψάλτης, Ε.Γ., Η Φιλική Εταιρεία (Αθήνα 1964), σελ. 22-25.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΚΟΥΦΑΣ

1. Γέννηση – νεανικά χρόνια

Ο Νικόλαος Κουμπάρος ή Σκουφάς γεννήθηκε το 1779 στο Κομπότι της Άρτας, από οικογένεια μεσαίας οικονομικής επιφάνειας. Τα πρώτα γράμματα ο Νικόλαος τα διδάχθηκε από τον ασκητή Θεοχάρη Ντούια, στην Άρτα, στην ερειπωμένη εκκλησία της Κασσοπετριάς.1 Στη συνέχεια μαθήτευσε δίπλα στο Δενδραμή (ή Βεντραμή) Μεσολογγίτη.2

Μετά την ενηλικίωσή του ο Νικόλαος μεταβαίνει στην Άρτα, όπου ασχολήθηκε με τη ραφή σκούφων, και για το λόγο αυτό πήρε το προσωνύμιο Σκουφάς, ενώ παράλληλα διατηρούσε ένα μικρό εμπορικό κατάστημα. Το 1813 μεταναστεύει στη Ρωσία, σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Εγκαταστάθηκε στην Οδησσό και ασχολήθηκε με το εμπόριο, στη νεοσύστατη αυτή πόλη-λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας.

2. Η ίδρυση της Εταιρείας και η δράση του Σκουφά ως φιλικού

Στην Οδησσό ο Νικόλαος Σκουφάς συνδέθηκε με άλλους ομογενείς εμπόρους, μεταξύ των οποίων και τους μελλοντικούς συνιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας Αθανάσιο Τσακάλωφ και Εμμανουήλ Ξάνθο, καθώς και με τον Κωνσταντίνο Ράδο. Ο Κωνσταντίνος Ράδος, που αργότερα θα λάβει ενεργό μέρος στην Επανάσταση, είχε σπουδάσει στην Πίζα της Ιταλίας, όπου συνδέθηκε με το κίνημα των Καρμπονάρων. Εξαιτίας της φιλικής σχέσης με τον Ράδο μυήθηκε ενδεχομένως ο Σκουφάς στο πνεύμα των μυστικών εταιρειών.

Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Εμμανουήλ Ξάνθου, «εν μία των φιλικών τους συναστροφών, κατά το 1814, οι τρείς ούτοι φίλοι συνομιλούντες περί της αθλίας καταστάσεως και τυραννίας εις ην οι ομογενείς υπέκειντο», αποφάσισαν να συστήσουν Εταιρεία «σκοπόν έχουσαν την απελευθέρωσιν της Πατρίδος».3

Προσωπικές και επαγγελματικές υποθέσεις θα αναγκάσουν το Σκουφά και τον Τσακάλωφ να μεταβούν στη Μόσχα το φθινόπωρο του 1814, όπου θα τελειοποιήσουν τον Κανονισμό της Εταιρείας, ενώ ο ίδιος θα αναχωρήσει λίγο αργότερα για την Κωνσταντινούπολη (Δεκέμβριος 1814). Η μετάβαση του Σκουφά στη Μόσχα σχετίζεται με τη χρεοκοπία των επιχειρήσεών του.

Η χρεοκοπία αυτή αποτελεί πλήγμα για το Σκουφά, αλλά και για τη νεοσύστατη εταιρεία, καθώς πιθανότατα προκάλεσε δυσμενέστατη εντύπωση στους κύκλους των Ελλήνων εμπόρων της Ρωσίας, από τους οποίους φιλοδοξούσε να στρατολογήσει μέλη. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο Νικόλαος Σκουφάς, πέτυχε να κατηχήσει το Γεώργιο Σέκερη, ο οποίος είχε έλθει στη Μόσχα για να συναντήσει τον αδελφό του, έμπορο Αθανάσιο Σέκερη, καθώς και το μεγαλέμπορο Αντώνιο Κομιζόπουλο από τη Φιλιππούπολη, που ήταν γνωστός στη Ρωσία ως Αντώνιος Παύλοβιτς, τον οποίο έκανε μέλος της Αρχής με τα στοιχεία Α.Ε. Με τη μύηση του Γεωργίου Σέκερη (13 Δεκεμβρίου 1814), που κατά πάσα πιθανότητα αποτελεί το πρώτο προσήλυτο μέλος, ο Σκουφάς ήθελε να μεταδώσει το μήνυμα της Εταιρείας σε σημαντικούς Έλληνες της Διασποράς. Επίσης μύησε το Νικόλαο Ουζουνίδη, έμπορο της Οδησσού, καταγόμενο από τη Θεσσαλονίκη (7 Σεπτεμβρίου 1815).

Ο Άνθιμος Γαζής, σημαντική προσωπικότητα του παροικιακού ελληνισμού, είχε αναπτύξει πλούσια πνευματική δράση στους κόλπους της ανθηρής ελληνικής παροικίας της Βιέννης, ως μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας και ως εκδότης του φιλολογικού περιοδικού «Λόγιος Ερμής».4 Παρά τους αρχικούς δισταγμούς του ο Άνθιμος Γαζής δέχθηκε να μυηθεί στην Εταιρεία τον Ιούνιο του 1816 και στη συνέχεια έγινε μέλος της Ανώτατης Αρχής με στοιχεία Α.Ζ. Ωστόσο αρνήθηκε να αναλάβει την αρχηγία της.

Από τις αρχές του 1816 ο Σκουφάς βρίσκεται στη Οδησσό και κατοικεί στο σπίτι του Αθανασίου Σέκερη, στον οποίο εργαζόταν ως εμποροϋπάλληλος και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος.5 Την ίδια εποχή με τον Άνθιμο Γαζή μυήθηκε στην Εταιρεία και ο Νικόλαος Γαλάτης, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας από την Ιθάκη και μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες που μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία. Η μύηση του Νικολάου Γαλάτη στην Εταιρεία αποτέλεσε προσωπική επιλογή του Σκουφά, ο οποίος στο πρόσωπο του νεαρού Ιθακήσιου αναγνώρισε την ιδανική ευκαιρία προσέγγισης του Ιωάννη Καποδίστρια, καθώς ο ίδιος διατεινόταν ότι ήταν ανιψιός του τελευταίου. Ο Γαλάτης έγινε μέλος της Αρχής με τα αρχικά Α.Δ., τα οποία χρησιμοποιούσε ο Ξάνθος. Εφοδιασμένος με γράμματα, μετέβη στη Μόσχα, προκειμένου να συναντήσει τον Καποδίστρια. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς την Πετρούπολη, όπου συνάντησε τον Ιωάννη Καποδίστρια και του μετέφερε πρόταση του Σκουφά και των άλλων μελών της Αρχής να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας.

Όπως αναφέρει ο Καποδίστριας στην Αυτοβιογραφία του, ταράχθηκε τόσο απ’ όσα άκουσε από το Γαλάτη, που τον έδιωξε αμέσως και έσπευσε να αναφέρει τα σχετικά στον Αυτοκράτορα. Αργότερα ο Γαλάτης θα συλληφθεί από τη ρωσική αστυνομία και θα κλειστεί στη φυλακή. Με τη μεσολάβηση όμως του Καποδίστρια αποφυλακίζεται και αποστέλλεται με συνοδεία στις ηγεμονίες, το 1816, υπό την επίβλεψη του Ρώσου προξένου Αλεξάνδρου Πίνη.6 Στο Ιάσιο ο Γαλάτης, με το ψευδώνυμο Κωνσταντίνος Αλεξιανός7 θα αναπτύξει πλούσια δράση υπέρ της Εταιρείας, με την υποστήριξη του Γεωργίου Λεβέντη, που ήταν γραμματέας στο ρωσικό προξενείο.8

Η δράση του Νικόλαου Γαλάτη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και η προσπάθεια προσέγγισης του Καποδίστρια από μέρους του, σε συνδυασμό με τη δολοφονία του Σέρβου ηγέτη Καραγεώργη Πέτροβιτς, οδήγησαν το Νικόλαο Σκουφά στην απόφαση να μεταφέρει την έδρα της Εταιρείας στη Μάνη. Η απόφαση αυτή του Σκουφά συνδυάζεται και με το γεγονός της μύησης στην Εταιρεία των τριών οπλαρχηγών από την Πελοπόνησσο Αναγνώστη Παπαγεωργίου ή Αναγνωσταρά, Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλου (ή Δημητρακόπουλου). Αναμένοντας την επιστροφή των οπλαρχηγών από τη Μόσχα, σκόπευε να κατέλθει μαζί τους στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στην Πελοπόννησο για την προετοιμασία της Επανάστασης. Ο φόβος όμως ότι ενδεχομένως είχε εμπλακεί το όνομά του στις ανακρίσεις της ρωσικής αστυνομίας τον ανάγκασε να επισπεύσει την αναχώρησή του για την Κωνσταντινούπολη, συνοδευόμενος από τους Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο και Χριστόδουλο Λουριώτη, ενώ στην Οδησσό παρέμεινε ο Αθανάσιος Σέκερης, ο οποίος την εποχή εκείνη έγινε μέλος της αρχής με τα αρχικά Α.Η.

3. Μεταφορά της έδρας της Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη

Οι τρεις άνδρες έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη Μαρτίου του 1818 και στην αρχή κατοικούσαν στο πλοίο που τους μετέφερε. Το Μεγάλο Σάββατο ο Σκουφάς συνάντησε στην εκκλησία του Αρναούτκιοϊ τον Εμμανουήλ Ξάνθο, στο σπίτι του οποίου φιλοξενήθηκε το επόμενο διάστημα.9Από την εποχή εκείνη η Κωνσταντινούπολη γίνεται το κέντρο δράσης της Εταιρείας.10

Ο Σκουφάς είχε καταρτίσει κατάλογο Δώδεκα Αποστόλων, τους οποίους προόριζε για να δράσουν στην περιοχή τόσου του ελλαδικού χώρου, όσο και των Βαλκανίων. Συγκεκριμένα προόριζε το Γεωργάκη Ολύμπιο για τη Σερβία, το Δημήτρη Βατικιώτη για τη Βουλγαρία, τον Κ. Πεντεδέκα για τη Μολδαβία, το Λουριώτη για την Ιταλία, το Δ. Ύπατρο για την Αίγυπτο και το Γαβριήλ Κατακάζη για τη Ρωσία. Επίσης είχε αποφασίσει να αποστείλει τον Ασημάκη Κροκίδα στην Αυλή του Αλή Πασά, για να κατηχήσει τους ετοιμοπόλεμους άνδρες –αρματολούς της φρουράς του.

4. Ο θάνατος του Σκουφά

Όμως ο θάνατος ήλθε νωρίς για το Νικόλαο Σκουφά. Μετά από καρδιακό νόσημα που τον ταλαιπώρησε για μήνες και παρά τις φροντίδες των γιατρών Μόσχου και Ισαυρίδη,11 άφησε την τελευταία του πνοή στις 31 Ιουλίου 1818 και ετάφη στην εκκλησία του Αρναούτκιοϊ. Η περιγραφή της ιδιοσυγκρασίας του από το Φιλήμονα είναι χαρακτηριστική για τον άνθρωπο που υπήρξε η ψυχή της Φιλικής Εταιρείας: «Ήταν άνθρωπος αυστηράς ηθικής, με ευαίσθητον και αγαθήν καρδίαν, φιλάνθρωπος, ενεργητικός και με μέγαν πατριωτισμόν».12 Ο Σκουφάς είναι ο μόνος από τα μέλη της ιδρυτικής ομάδας της Φιλικής Εταιρείας που πέθανε πριν από την κήρυξη της Επανάστασης.





1. Βλ. Παπαγιώργης, Κ., Εμμανουήλ Ξάνθος, ο Φιλικός (Αθήνα 2005), σελ. 52 κ.ε. Η Κασσοπετριά ή Κασσόπετρα ήταν μικρή, ξύλινη, μονόκλιτη βασιλική. Χτίστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα, αλλά καταστράφηκε το 1818, όταν το μεγάλο κυπαρίσσι που βρισκόταν στον περίβολό της έπεσε πάνω στη στέγη του ναού. Ανοικοδομήθηκε εκ νέου μετά την απελευθέρωση.


2. Βλ. Γούδας, Α., Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τόμ. Ε΄ (Αθήνα 1872), σελ 9: «Προς σπουδή δε των Ελληνικών εμαθήτευσε παρά τω Βεντραμή Μεσολογγίτη, της τε Ελληνικής παιδείας εγκρατεί και τα μάλιστα φιλοπόνω ανδρί , όστις μ’ όλην την κατ’ εκείνους τους χρόνους έλλειψιν διδακτικών βιβλίων, πολλούς των μαθήσεως διψώντων νέων εις τα νάματα της αληθούς παιδείας επότισεν, ατρύτους υφιστάμενος κόπους […]».


3. Ο Ιωάννης Φιλήμονας αναφέρει ότι πρώτος συνέλαβε την ενεργητική ιδέα της Επαναστάσεως ο Νικόλαος Σκουφάς και ότι από κοινού με τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο αποφάσισαν να τη θέσουν σε εφαρμογή. «Ο Σκουφάς, πεπυρωμένος υπερβολικά από τας ήδη γενόμενας ομιλίας, κατέστρωσε εγγράφους τινάς παρατηρήσεις, αφορώσας με την ελευθέρωσιν της Ελλάδος, αλλ’ απροσαρμόστους. Ως τοιαύται κινούν τον γέλωτα των άλλων δύο. Ο Σκουφάς πειράζεται», σημειώνει ο Φιλήμονας. Βλ. Φιλήμων, Ι., Δοκίμιον ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρείας (Ναυπλία 1834), σελ. 133 κ.ε.


4. Ο Σκουφάς τον πλησίασε και τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το σκοπό της Φιλικής Εταιρείας. Η απάντηση του Θεσσαλού λογίου καταγράφεται από το Φιλήμονα: «Σκουφά, σεις είσθε νέοι και κάμετε καλά ν’ αφήσετε ημάς τους γέροντας, δια να ακολουθήσωμεν το στάδιον των Φώτων. Ήκουσα τι περί του οποίου με προβάλλετε, αλλά δεν είμαι σύμφωνος, μολονότι δεν είμαι και ενάντιος.» Βλ. Φιλήμων, Ι., Δοκίμιον ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρείας (Ναυπλία 1834), σελ. 186.


5. Στην Οδησσό ο Σκουφάς μύησε επίσης το Λεωνίδα Λεοντίδη, έμπορο από την Κωνσταντινούπολη, το Θεοδ. Χριστοδούλου από το Ζαγόρι Ιωαννίνων και το Σπύρο Στανέλο από την Πράγα, ενώ αργότερα το ίδιο έτος κατάφερε να μυήσει τους Ιωάννη Μποκουριάδη και Νικόλαο Σπηλιάδη. Βλ. Μαζαράκης, Ι.Ε. - Αινιάν, Ι.Κ., Η Φιλική Εταιρεία, ανάτυπο από τον πρώτο τόμο του αρχείου του Εμμανουήλ Ξάνθου (Αθήνα 1967), σελ. 10 κ.ε.


6. Πρωτοψάλτης, Ε.Γ., Η Φιλική Εταιρεία (Αθήνα 1964), σελ. 36-37.


7. Βλ. Παπαγιώργης, Κ., Εμμανουήλ Ξάνθος, ο Φιλικός (Αθήνα 2005), σελ. 129 κ.ε.


8. Στο Ιάσιο κινείται ως συγγενής και σιωπηρά εντολοδόχος του Καποδίστρια, πείθοντας πολλούς ομογενείς ότι πίσω από την Εταιρεία βρίσκεται η Ρωσία. Ο Γαλάτης με την προκλητική του συμπεριφορά έρχεται σε σύγκρουση με το μητροπολίτη Μολδαβίας Βενιαμίν. Ανήσυχος για τις εξελίξεις αυτές στις ηγεμονίες ο Σκουφάς μετέβη στο Κισνόβι της Βεσσαραβίας, όπου βρισκόταν ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, τον οποίο απέστειλε στο Ιάσιο για συνεννοήσεις με το Γεώργιο Λεβέντη.


9. Ο Φιλήμονας στο Δοκίμιον περί Φιλικής Εταιρείας αναφέρει για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο: «ούτω δέχονται εις την Εταιρείαν ο μεν Σκουφάς τον Ξάνθον, ο δε Αναγνωστόπουλος τον Σέκερην», δηλώνοντας ότι η συμμετοχή του Ξάνθου στην Εταιρεία είχε ατονήσει και έγινε εκ νέου δεκτός σ’ αυτήν. Αντλώντας τις πληροφορίες του από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο εμφανίζει τον τελευταίο ως ενεργό μέλος της σε αντίθεση με τον Ξάνθο, που μετά από χρόνια επαναδραστηριοποιείται στην Εταιρεία. Βλ. Φιλήμων, Ι. Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρείας (Ναυπλία 1834), σελ 191. Αντίθετα, ο Εμμ. Ξάνθος στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι από κοινού ο ίδιος με το Σκουφά έκριναν ότι έπρεπε να φανερώσουν την αρχή στον Αναγνωστόπουλο, «ως φαινόμενον νέον χρηστοήθην και με ενθουσιασμόν», βλ. Ξάνθος, Ε., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (1845), σελ. 25.


10. Όπως αναφέρει ο Ξάνθος, «το κέντρον όλων των ενεργειών διοικήσεως της Εταιρείας ήτον εις την Κωνσταντινούπολιν εν τη οικία του Ξάνθου». Βλ. Ξάνθος, Ε.,Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 19.


11. Βλ. Ξάνθος, Ε.,.Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 18.


12. Βλ. Φιλήμων, Ι., Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρείας (Ναυπλία 1834), σελ. 197.

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Γ. Βαρνακιώτης: Ο πορθητής του Αγρινίου


Ο Γεώργιος Βαρνακιώτης, οπλαρχηγός της Επανάστασης του 1821, κατάγονταν από παλιά οικογένεια αρματολών. Ήταν έγγονος του αρματολού Γιάννου Βαρνακιώτη, που μετά την αποτυχία της επανάστασης του Ορλώφ (1770 - 74) είχε καταφύγει στη Ρωσία, και γιος του Νικολού Βαρνακιώτη. Το επώνυμό του ήταν αρχικά Γεωργάκης Νικολού (από το όνομα του πατέρα του). Γεννήθηκε στο Βάρνακα Ξηρομέρου (εξ ού και το Βαρνακιώτης) το 1780 και πέθανε στο Μεσολόγγι το 1842. Το 1800 ο Γεώργιος Βαρνακιώτης διαδέχτηκε τον πατέρα του στο αρματολίκι του Ξηρομέρου σε ηλικία 20 χρονών. Από το αρματολίκι του Ξηρομέρου, που ανήκε στην περιοχή της δικαιοδοσίας του Αλή πασά των Ιωαννίνων, ο Γεώργιος Βαρνακιώτης βρισκόταν σε επικοινωνία με άλλους οπλαρχηγούς καθώς και με τους Σουλιώτες. Το 1807 πήρε μέρος μαζί με άλλους οπλαρχηγούς της Ρούμελης και με εκπροσώπους των Σουλιωτών στη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη Λευκάδα με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια με σκοπό την αντιμετώπιση των επιδιώξεων του Αλή πασά στην περιοχή. Στη συνάντηση αυτή πρέπει ίσως να αποδοθεί η εκτίμηση που εκδήλωσε αργότερα ο Καποδίστριας, ως κυβερνήτης της Ελλάδας, προς το Βαρνακιώτη, που παρά την ηρωική δράση του κατά τον Αγώνα είχε συκοφαντηθεί για συνεργασία με τους Τούρκους.

Στο τέλος Ιανουαρίου του 1821, ο Βαρνακιώτης πήρε και πάλι μέρος σε σύσκεψη στη Λευκάδα, που έγινε με υπόδειξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και στην οποία συμμετείχαν και άλλοι φιλικοί οπλαρχηγοί της Στερεάς ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Δημ. Μακρής, ο Γεώργιος Τσόγκας, καθώς και οι απεσταλμένοι των Πελοποννησίων Ηλίας Μαυρομιχάλης και των Υδραίων Γιακουμάκης Τομπάζης. Στη σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε να ανατεθεί η εξέγερση της ανατολικής Ρούμελης στον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Πανουργιά και της δυτικής Ρούμελης στο Βαρνακιώτη και στον Τσόγκα. Ωστόσο η επανάσταση στην περιοχή της Ακαρνανίας και της Αιτωλίας δεν άρχισε παρά μόνο το Μάιο, δύο μήνες δηλαδή μετά την κήρυξη της στην Πελοπόννησο και την Ανατολική Στερεά. Οι λόγοι της καθυστέρησης αυτής οφείλονται, βέβαια, και στο γεγονός ότι η περιοχή βρί­σκεται κοντά στην 'Ηπειρο, όπου υπήρχαν ισχυρές τουρκικές δυνάμεις, αλλά ο κυριότερος λόγος ήταν, κατά τον ιστορικό του Αγώνα Ιωάννη Φιλήμονα, η αναποφασιστικότητα του Βαρνακιώτη, που δεν ήταν άσχετη και με τη φιλία του με τον Ομέρ Βρυώνη. Κατά το Φιλήμονα επίσης, ο Βαρνακιώτης «αναποφάσιστος εδείκνυτο ως προς τον πόλεμον και μάλλον την αποτυχίαν αυτού εθεώρει αναπόφευκτον ως εκ των μικρών δυνάμεων της Ελλάδος». Οι νίκες όμως των Ελλήνων στη Γραβιά και στο Βαλτέτσι (στις 8 και 12 Μαΐου) ενθάρρυναν το Βαρνακιώτη και στις 25 Μαΐου από το Ξηρόμερο απηύθυνε επαναστατική προκήρυξη, με την οποία καλούσε κυρίως τους προεστούς αλλά και όλους τους κατοίκους του Ξηρομέρου να αγωνιστούν για την ελευθερία. Το περιεχόμενο της προκήρυξης αυτής αποκαλύπτει την, έστω και καθυστερημένη, αισιοδοξία του αρματολού της δυτικής Ρούμελης, αλλά και την επιρροή που ασκούσε στους πληθυσμούς της περιοχής. Λίγες ημέρες αργότερα ο Βαρνακιώτης με αξιόλογη δύναμη Ξηρομεριτών πήρε μέρος στην πολιορκία της σημαντικότερης πόλης της περιοχής, του Βραχωριού (Αγρίνιο), την οποία με άλλους οπλαρχηγούς κατέλαβε και απελευθέρωσε (11 Ιουνίου), και συνέχισε τη δράση του με αξιόλογες επιτυχίες ως το φθινόπωρο του 1821.

Η άφιξη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου στη δυτική Στερεά Ελλάδα (Ιούλ. 1821) υπήρξε αποφασιστική για την πορεία του Βαρνακιώτη. Ο Φαναριώτης πολιτικός επιδίωξε και κατόρθωσε να προσεταιριστεί τους προκρίτους του Μεσολογγίου και τους αγωνιστές Ανδρέα Ίσκο*, Δημήτριο Μάκρη κ.ά., όχι όμως και το Βαρνακιώτη, που ήταν ο σημαντικότερος ίσως από τους οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς. Και ενώ ο Βαρνακιώτης είχε σπεύσει στην περιοχή της Άρτας, με τους οπλαρχηγούς Ίσκο, Μάκρη, Τσόγκα, για να ενισχύσει τον αγώνα των Σουλιωτών στα μέσα Νοεμβρίου, ο Μαυροκορδάτος τον αγνόησε στη συνέλευση της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος που συγκλήθηκε στο Μεσολόγγι στις 4 Νοεμβρίου, αν και είχαν κληθεί ο Μακρής και άλλοι οπλαρχηγοί. Στη θέση του Βαρνακιώτη βρέθηκε ο «επίτροπος» του Νικολάκης Θάνου, σχεδόν άγνωστος στην ιστορία του Αγώνα. Αν και η ρήξη μεταξύ Μαυροκορδάτου και Βαρνακιώτη φάνηκε τότε οριστική, ο τελευταίος εξακολούθησε να μετέχει στον Αγώνα χωρίς διακοπή, και τον Ιούνιο του 1822 πολέμησε στο Κομπότι της 'Αρτας και στο Πέτα, πλάι στο Μάρκο Μπότσαρη, το Δήμο Τσέλιο και τον Ανδρέα 'Ισκο.

Μετά την καταστροφή στο Πέτα η απειλή για τη δυτική Ελλάδα ήταν σοβαρή. Στις αρχές Αυγούστου 1822 ο Βαρνακιώτης με τις δυνάμεις του παρατάχθηκαν στη ράχη του Προφήτη Ηλία, απέναντι ακριβώς από τον Αετό του Ξηρομέρου, από όπου θα περνούσαν τα τουρκικά στρατεύματα του Κιουταχή στην πορεία τους προς τη νότια Ελλάδα. Η μάχη ανάμεσα τους έληξε με νίκη του Βαρνακιώτη (10 Αύγ.), που ανάγκασε τους Τούρκους να συμπτυχθούν. Η επιτυχία του αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία μιας νέας συνεργασίας των δυνάμεων της Δυτικής Ελλάδας, ο Μαυροκορδάτος όμως τον κατηγόρησε ότι δεν εκμεταλλεύτηκε όσο έπρεπε τη νίκη. Από το άλλο μέρος ο Βαρνακιώτης αντιμετώπιζε με καχυποψία ορισμένες ενέργειες του Μαυροκορδάτου, αλλά και δυσπιστούσε στη στάση άλλων οπλαρχηγών, όπως του Μάρκου Μπότσαρη και του Γεωργίου Τσόγκα, επειδή δεν τον βοήθησαν στη μάχη του Αετού. Ωστόσο οι στρατιωτικές ικανότητες του Βαρνακιώτη δεν ήταν δυνατό να αγνοηθούν, και γι' αυτό ο Μαυροκορδάτος αποφάσισε να τον χρησιμοποιήσει. 'Ηταν ο μόνος που μπορούσε να προχωρήσει σε παραπλανητικές συνεννοήσεις με τους Τούρκους, αλλά και ο μόνος που μπορούσε να τους αναχαιτίσει. Έτσι στις 17 Σεπτεμβρίου ο Βαρνακιώτης «δια την εις τα πολεμικά εμπειρίαν του και δια τον υπέρ πατρίδος διακαή ζήλον του» διορίστηκε από το Εκτελεστικό Σώμα στρατηγός που θα είχε «την γενικήν διεύθυνσιν όλων των στρατιωτικών επιχειρήσεων εις την περιφέρειαν της Δυτικής χέρσου Ελλάδος». Λίγο αργότερα όμως μια αποτυχία του στο Λουτράκι της Βόνιτσας, όπου συγκρούστηκαν οι Έλληνες με τον Κιουταχή και τον Ομέρ Βρυώνη, αποδόθηκε σε προδοτική ενέργεια του, επειδή λίγο προηγουμένως οι Τούρκοι αρχηγοί τον είχαν καλέσει να προσχωρήσει σ αυτούς με σημαντικά ανταλλάγματα. Το γεγονός όμως αυτό ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός το είχε ήδη πριν από τη μάχη γνωστοποιήσει στο Μαυροκορδάτο.

Ο Βαρνακιώτης είχε άλλωστε αποδείξει ως εκείνη τη στιγμή ότι δε δεχόταν καμιά συζήτηση με τους Τούρκους και γι' αυτό είχε αποκρούσει μια πρώτη πρόταση του Μαυροκορδάτου να διαπραγματευθεί παραπλανητικά μαζί τους. Σε νεότερη όμως συνάντηση του με το Μαυροκορδάτο ο Βαρνακιώτης, παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις που πρόβαλε, δέχτηκε τελικά να προχωρήσει σε πλαστές διαπραγματεύσεις, αν του έδιναν γραπτή εντολή. 'Ύστερα από το «έγγραφον αποστολής» που υπέγραψε ο Μαυροκορδάτος, η συνάντηση του Βαρνακιώτη με τον Ομέρ Βρυώνη πραγματοποιήθηκε στην Άρτα, και ο Βαρνακιώτης δήλωσε υποταγή. Η παραμονή του όμως κοντά στους Τούρκους πασάδες, περισσότερο από όσο απαιτούσε η περίσταση, δημιούργησε νέες υποψίες, που ενισχύθηκαν και από άλλα περιστατικά και από φήμες που διέδιδαν οι αντίπαλοι ή οι αντίζηλοι του. Η στάση του Βαρνακιώτη στην περίοδο αυτή έχει απασχολήσει τους ιστορικούς, και οι απόψεις που έχουν διατυπωθεί διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον αγωνιστή Καρπό Παπαδόπουλο, που αφιέρωσε στην υπόθεση του Βαρνακιώτη ένα έργο του δημοσιευμένο το 1861, φαίνεται ότι ο στρατηγός της Δυτικής Ελλάδας ήταν θύμα των ραδιουργιών και των επιβουλών του Μαυροκορδάτου. Κατά τον Παπαδόπουλο πάντοτε, ο Βαρνακιώτης όχι μόνο βοήθησε επανειλημμένα τους Έλληνες, ενώ βρισκόταν κοντά στους Τούρκους, αλλά και πολλές φορές προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να αποκρούσει τις συκοφαντίες του Μαυροκορδάτου. Γεγονός παραμένει ότι με την απουσία του Βαρνακιώτη από τον Ελληνικό αγώνα, χάθηκε ένα από τα σημαντικότερα στελέχη της Επανάστασης στη Δυτική Ελλάδα. Έτσι ενώ η Γερουσία Δυτικής Χέρσου Ελλάδος που έδρευε, όπως είναι γνωστό στο Βραχώρι, στις 22-2-1822 τον είχε εκλέξει στρατηγό (βλέπετε κατωτέρω το δημοσιευόμενο αντίγραφο), στις 11 Οκτωβρίου 1822 με νέο έγγραφό της διόρισε στη θέση του το Μάρκο Μπότσαρη "αντί του επαράτου Γεωργίου Νικολού Βαρνακιώτη", όπως ειπώθηκε.

Ο Βαρνακιώτης από τα Επτάνησα που είχε καταφύγει μετά την αποκήρυξή του προσπάθησε με επανειλημμένες αναφορές να αποδείξει την αθωότητα του. Τελικά η αποκατάσταση του έγινε το Δεκέμβριο του 1827, και έτσι ο παλιός οπλαρχηγός πήρε μέρος στις τελευταίες επιχειρήσεις που απέβλεπαν στην οριστική απομάκρυνση των υπολειμμάτων των Τούρκων από τη Στερεά. Εξάλλου η εμπιστοσύνη του Καποδίστρια προς το Βαρνακιώτη ήταν απόλυτη. Τον ονόμασε χιλίαρχο, και το 1830 πρόεδρο του «Στρατιωτικού Δικαστηρίου» της Δυτικής Ελλάδας. Τον επόμενο χρόνο εκλέχτηκε πληρεξούσιος της επαρχίας Ξηρομέρου στην Ε' Εθνική Συνέλευση. Τέλος το 1836 με την απονομή νέων βαθμών του απονεμήθηκε από το βασιλιά 'Οθωνα ο βαθμός του αντισυνταγματάρχη.

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΝΑΡΗΣ 1793/1795-1877


Ο Κωνσταντίνος Κανάρης (Ψαρά 1793 ή 1795Αθήνα 2 Σεπτεμβρίου 1877) ήταν σημαντική μορφή του ναυτικού αγώνα κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και μετέπειτα ναύαρχος και πολιτικός, πρωθυπουργός της Ελλάδας κατά τα έτη 1864-65 και 1877.
 Πρώτα χρόνια
O Κωνσταντίνος Κανάρης (1790 ή 1793 – 1877) είναι σημαντική μορφή του ναυτικού αγώνα κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και μετέπειτα ναύαρχος, υπουργός και πρωθυπουργός της Ελλάδας κατά τα έτη 1864-65 και 1877. Το επώνυμο Κανάρης μάλλον είναι Ψαριανός παράτιτλος (= Ψαριανό παρατσούκλι) και όχι το γνήσιο όπως θα δούμε. Το πραγματικό όνομα του Κανάρη ήταν Κωνσταντής Νικολάου Σπηλιωτέας. Η ετυμολογία του ονόματός του κατά μίαν άποψη προέρχεται από το καρνάγιο (ιταλικά carenaggio = ναυπηγείο). Αρχικά από το Καρνάγιος έγινε Κανάριος και τελικά Κανάρης. Με την ίδια μέθοδο, στα Ψαρά «μετωνομάσθη ο γνωστός πυρπολητής Ιωάννης Δημουλίτσας εις Πατατούκον».(Δημήτριος Γατόπουλος, 1937). Υπάρχει και δεύτερη εκδοχή. Κατά το ημερολόγιο του γιού του πυρπολητή Αριστείδη Κ. Κανάρη που σκοτώθηκε στην Αθήνα στην οδό Ηρώδου του Αττικού Η τρίτη εκδοχή του Γρηγορίου Κομπίλα είναι να προέρχεται το επώνυμο από το «Καναρίνι», λόγω του μειλίχιου χαρακτήρος του. Από την μελέτη των ημερολογίων της οικογένειας Κανάρη, «διευκρινίζεται ότι η νεοελληνική οικογένεια Κανάρη υπήρξε συνέχεια της παλαιοελληνικής οικογενείας Σπηλιωτέα, κλάδου της οποίας τα μέλη, τιτλούχοι των Βενετών και Γενουησίων αρχόντων απαντώνται εν δράσει περί το 1200 μΧ… Πάντως ως προπάππος του πυρπολητού Κ. Κανάρη φέρεται ο Νικόλαος Σπηλιωτέας, παππούς του ο Θεμιστοκλής και πατέρας του ο Νικόλαος Σπηλιωτέας». Ως προς τις χρονολογίες γεννήσεως, θανάτου και τον τόπο γεννήσεως του Κανάρη, υφίστανται σημαντικές διαφορές, οφειλόμενες καθαρά σε έλλειψη νεότερης πληροφόρησης αλλά και σε μια κακώς εννοούμενη τοπικιστική προπαγάνδα των Ψαριανών. Η εγκυκλοπαίδεια "Δομή" γράφει ότι «ο Κανάρης γεννήθηκε στα Ψαρά το 1793 και πέθανε στην Αθήνα το 1877». Η δικτυακή εγκυκλοπαίδεια Wikipedia γράφει ότι «ο Κανάρης γεννήθηκε στα Ψαρά το 1793-1795 και πέθανε στην Αθήνα στις 2 Σεπτεμβρίου 1877». Η πολύ προσεγμένη έκδοση «Κανάρης ο Μπουρλοτιέρης του Αιγαίου», εκδόσεις Στρατίκη 1998 γράφει «ο Κανάρης γεννήθηκε στα Ψαρά το 1790 και πέθανε στην Αθήνα στις 2 Σεπτεμβρίου 1877». Η εγκυκλοπαίδεια "Υδρία", τόμος 30, σελίδα 358-361 γράφει «Ο Κανάρης γεννήθηκε γύρω στό 1790 στην Πάργα της Ηπείρου και πέθανε τιμημένος στις 2 Σεπτεμβρίου 1877». Το Εγκυκλοπαιδικό λεξικό "Ήλιος", τόμος ΙΑ, σελίδα 271 γράφει «Οι Κανάρηδες ή Κανάργιοι, ή Κανάριοι όπου γής και αν κατοικούσαν, φέρονται Ηπειρώται εκ Πάργας». Το ίδιο γράφει και η εγκυκλοπαίδεια "Υδρία" ότι «εκεί στην Πάργα έζησε ο Κανάρης την παιδική του ηλικία μέχρι 15 ετών». Ο Γεώργιος Βρέλλης γράφει: «Και το συμπέρασμα. Ο Κωνσταντίνος Κανάρης είναι Παργινός, είναι Ηπειρώτης. Γεννήθηκε στην Πάργα το 1790 και ανδρώθηκε στα Ψαρά από τα 15 του χρόνια, προεπαναστατικά. Νομίζουμε πως χρειάζεται και λίγος σεβασμός από τους σφετεριστές, που το ολοκαύτωμα των προγόνων τους (= καταστροφή των Ψαρών) τους αναγνωρίζουμε όλοι μας!» O ίδιος ο Κωνσταντίνος Κανάρης στα απομνημονεύματα του αναφέρει '«τώρα περνάμε από τη γενέτειρά μου την Πάργα».' Είναι βέβαιο, με βάση τη μαρτυρία του Γρηγορίου Κομπίλα ότι «…την 1ην Αυγούστου του έτους 1963 ο δήμος Πάργας επί δημαρχίας Αλέξανδρου Μπάγκα, οργάνωσεν εορταστικάς εκδηλώσεις επί τη συμπληρώσει 100 ετίας από της επισκέψεως του Κωνσταντίνου Κανάρη εις την γενέτειραν αυτού Πατρίδα (1863-1963) διά της τελέσεως των αποκαλυπτηρίων της προτομής του…». Ο ιστορικός Δημήτριος Γατόπουλος (1891-1956) από την Πάτρα, είχε την τύχη να του παραδοθούν τα οικογενειακά αρχεία της οικογένειας Κανάρη, τα οποία μελέτησε αι δημοσίευσε ιστορική μελέτη στην εφημερίδα Εστία των Αθηνών της 14ης Ιουλίου 1937. Στα οικογενειακά αυτά αρχεία περιλαμβάνεται και το μυστικό ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Κανάρη το οποίο «άνοιξε» ο δισέγγονός του Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Θεμ. Κανάρης. Εκεί γράφει «…λέγομεν δε, επειδή εξ αυτού του προσωπικού ημερολογίου προκύπτει, ότι ο Κωνσταντίνος Κανάρης δεν είχε γεννηθεί στα Ψαρά, αλλ’ εις την Πάργαν της Ηπείρου κατά μήνα Σεπτέμβριον του 1790 και εγκαταστάθη μόνον κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους εις το νησί των Ψαρών».
Η ανατίναξη της τούρκικης ναυαρχίδας
Τον Ιούνιο του 1822, αφού ο ελληνικός στόλος δεν κατάφερε να σώσει τη Χίο από τις τρομερές τουρκικές σφαγές, ο Κανάρης ανέλαβε να βάλει μπουρλότο στη ναυαρχίδα του Καπετάν Πασά Καρά Αλή, την επικεφαλής του στόλου που έκαψε το νησί. Την επιχείρηση θα εκτελούσαν τα πυρπολικά του Κανάρη και του Πιπίνου. Στο εγχείρημα βοήθησαν δύο παράγοντες: αφενός ότι η νύχτα ήταν πολύ σκοτεινή καθώς δεν είχε φεγγάρι και αφετέρου ότι στο κατάφωτο κατάστρωμα της ναυαρχίδας οι Τούρκοι, κάπου δυό χιλιάδες, γιόρταζαν το Μπαϊράμι κι έτσι τα μέτρα φρούρησης ήταν ελλιπή. Η φωτιά απ' το μπουρλότο μεταδόθηκε ταχύτατα στο καράβι. Πριν προλάβουν να απομακρυνθούν απ' αυτό οι πρώτες σωστικές λέμβοι, η φωτιά έφτασε στην πυριτιδαποθήκη, η οποία ανατινάχθηκε. Ως αποτέλεσμα τα θύματα ήταν πάρα πολλά. Μεταξύ αυτών ο ναύαρχος Καρά Αλής, αξιωματικοί του και πολλοί ναύτες. Το πυρπολικό του Πιπίνου προσέγγισε την υποναυαρχίδα αλλά δεν κατάφερε να την καταστρέψει. Της προκάλεσε όμως αρκετές ζημιές.
Η ανατίναξη της τουρκικής ναυαρχίδας υπήρξε ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεγονότα του κατά θάλασσαν αγώνα, έκανε δε πολύ μεγάλη εντύπωση στην Ευρώπη. Χρησιμοποιώντας σημερινή ορολογία, θα λέγαμε ότι βοήθησε επικοινωνιακά πολύ την Επανάσταση. Τόσο μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων όσο και μεταξύ των Ευρωπαίων, ο Κανάρης πλέον ήταν ήρωας.
Η δράση του βεβαίως συνεχίσθηκε. Ο Κακλαμάν Πασάς Μεχμέτ τοποθετήθηκε νέος ναύαρχος στη θέση του Καρά Αλή. Τον Οκτώβριο του 1822 βγήκε με το στόλο του στο Αιγαίο για να ανεφοδιάσει τα τουρκικά φρούρια στην Πελοπόννησο και να καταστείλει την Επανάσταση στα νησιά. Αγκυροβόλησε στην Τένεδο. Αλλά στις 29 Οκτωβρίου 1822, ο Κανάρης, συνοδευόμενος από το Βρατσάνο, διείσδυσε ανάμεσα στον τουρκικό στόλο. Μηn μπορώντας να προσεγγίσει το πλοίο του ναυάρχου, την καπουδάνα, πλησίασε την αντιναυαρχίδα Ριάλα-Γεμισσί και την πυρπόλησε. Έχασαν τη ζωή τους οκτακόσια μέλη του πληρώματος, Τούρκοι αλλά και Χριστιανοί ναύτες που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στόλο. Ο Κακλαμάν Πασάς Μεχμέτ σήκωσε άγκυρα και κατέφυγε με τη βοήθεια ούριου ανέμου, στο Τσανάκ-Καλεσί, στα Δαρδανέλλια.
 Το εγχείρημα της Αλεξάνδρειας
Τον επόμενο χρόνο, ο Κανάρης πραγματοποίησε επιθέσεις στα μικρασιατικά παράλια, αλλά χωρίς μεγάλη επιτυχία. Δεν μπόρεσε, επίσης, να κάνει τίποτε όταν το 1824 ο Χοσρέφ-Μεχμέτ Πασάς κατέστρεψε τα Ψαρά. Όμως, τον Αύγουστο του 1824 πυρπόλησε μια μεγάλη φρεγάτα του Χοσρέφ στη Σάμο και μια κορβέττα στη Μυτιλήνη. Η έλλειψη πόρων, ωστόσο, αποσυντόνισε το ναυτικό των Ελλήνων. Οι ναύτες έπαιρναν τα πλοία, σήκωναν όποια σημαία ήθελαν και επιδίδονταν στην πειρατεία. O Κανάρης κατάφερνε να επιβάλλει την πειθαρχία στα δικά του πληρώματα. Αλλά κι αυτός μέσα σ' αυτό το καθεστώς αναρχίας παραλίγο να σκοτωθεί το 1825 στην Αίγινα, την εποχή που η Μπουμπουλίνα έχανε τη ζωή της στις Σπέτσες κατά τη διάρκεια μιας οικογενειακής διαμάχης.
Ο Κανάρης εισηγήθηκε στη Διοίκηση ένα παράτολμο εγχείρημα. Ο Μωχάμετ Άλη είχε συγκεντρώσει στην Αλεξάνδρεια περίπου εξήντα μεγάλα πολεμικά και τριπλάσια φορτηγά πλοία. Μ' αυτά προετοιμαζόταν το καλοκαίρι του 1825 να στείλει στρατό στην επαναστατημένη Ελλάδα (ο οποίος στρατός χρησιμοποιήθηκε αργότερα στην άλωση του Μεσολογγίου). Το σχέδιο του Κανάρη προέβλεπε να πάνε κάποια ελληνικά πλοία στην Αλεξάνδρεια και να κάψουν τον αιγυπτιακό στόλο. Έτσι θα σταματούσε και το λαθρεμπόριο που έκαναν Γάλλοι, φίλοι του Μωχάμετ Άλη, σε βάρος του ελληνικού αγώνα. Το σχέδιο εγκρίθηκε και η αρχηγία του ελληνικού στόλου ανατέθηκε στον πλοίαρχο Μανόλη Τομπάζη.
Στις 10 Αυγούστου 1825, ο Τομπάζης κι ο Κριεζής, μαζί με τα πυρπολικά του Μιαούλη, του Μπούτη και του Κανάρη, έφθασαν έξω από την Αλεξάνδρεια. Την έκτη εσπερινή ώρα που έφθασαν προ της Αλεξάνδρειας, έπλεε μεν ούριος άνεμος αλλά για να μπουν μέσα στο λιμάνι χρειάζονταν κάποιον πιλότο επειδή υπήρχαν πολλοί ύφαλοι.
Ο Κανάρης θεώρησε ότι έπρεπε να επιτεθεί άμεσα γιατί ήταν τέτοια η διάταξη των αιγυπτιακών πλοίων που, με τον άνεμο ο οποίος φυσούσε, θα υφίσταντο πανωλεθρία σε μια επίθεση με πυρπολικά. Εξαπατώντας τον πιλότο, ύψωσε ρωσική σημαία και μπήκε μόνος του στο λιμάνι. Προσπάθησε να πλησιάσει τον εχθρικό στόλο αλλά ο άνεμος έπεσε ξαφνικά, οπότε άρχισε να κόβει βόλτες μέσα στο λιμάνι, προσπαθώντας να φθάσει στον μυχό. Όταν βρέθηκε δίπλα στο γαλλικό πολεμικό "Μέλισσα", κατάλαβε ότι είχε γίνει αντιληπτός. Έβαλε λοιπόν φωτιά στο πυρπολικό, μπήκε με τους ναύτες του στη βάρκα διαφυγής και προσπάθησε να βγει απ' το λιμάνι. Το πλήρωμα της "Μέλισσας" άρχισε να πυροβολεί και το πυρπολικό και τη βάρκα του Κανάρη. Ο άνεμος δυνάμωσε και το πυρπολικό, καιόμενο, πλησίασε τον αιγυπτιακό στόλο απειλητικά. Ο πλοίαρχος Αργκύς, κυβερνήτης της "Μέλισσας" έγραψε στην έκθεσή του: "Εάν το πλοίον αυτό προσκολλάτε κατά κακήν μοίραν εις την φρεγάταν της πρωτοπορίας, η σύγχυσις ήθελε εμπέσει εις τον υπόλοιπον στόλον, τα δε άλλα δύο πυρπολικά ήθελον προσδράμει, προσβάλλοντα έτερα πλοία. Η καταστροφή θα ήτο τρομερά, ολοκληρωτική δε η νίκη των Ελλήνων. Αλλ' η Μέλισσα κατά κάποιον τρόπο τους παρημπόδισε". Ο Κανάρης, ενώ έβαλλαν εναντίον του και από τα πλοία και από παράκτια πυροβολεία, κατάφερε να διαφύγει και να φθάσει στον ελληνικό στόλο, ο οποίος είχε ήδη υψώσει ελληνική σημαία. Ο Μωχάμετ Άλη πήρε μερικά πλοία και κυνήγησε τους Έλληνες μέχρι τις ακτές της Καραμανίας χωρίς αποτέλεσμα.
Οι επαναστατημένοι Έλληνες θεώρησαν την πράξη του Κανάρη πλήρη τόλμης και πατριωτισμού αλλά κάποιοι Ευρωπαίοι δυσαρεστήθηκαν και την είδαν σαν αχαρακτήριστη πειρατική πράξη λόγω της χρήσης ξένης σημαίας υπό επισήμου καταδρομέως. Η αγγλόφιλη "Εφημερίς της Ύδρας", σε μια εποχή που υπήρχαν διαμάχες για το ζήτημα της βασιλικής υποψηφιότητας (κάθε μεγάλη δύναμη ήθελε ο νέος βασιλιάς των Ελλλήνων να προέρχεται από τον δικό της βασιλικό οίκο) κατηγόρησε τους Γάλλους επειδή ο φιλοτουρκισμός τους έγινε αιτία να ματαιωθεί ένα μεγάλο απελευθερωτικό εγχείρημα.
Η πολιτική σταδιοδρομία
Ο Κανάρης όμως φαίνεται ότι δεν τα είχε με τους Γάλλους καθώς έστειλε τον γιό του Θεμιστοκλή να εκπαιδευθεί στο Παρίσι υπό την επίβλεψη του εκεί Φιλελληνικού Κομιτάτου, το οποίο άλλωστε τον είχε προσκαλέσει. Το 1826 τοποθετήθηκε κυβερνήτης ενός καινούργιου πλοίου, της "Ελλάδας". Το 1827 ήταν πληρεξούσιος των Ψαρών στη Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας θα τον διορίσει αρχικά φρούραρχο της Μονεμβασιάς και κατόπιν διοικητή μιας ναυτικής μοίρας που θα πολεμήσει τους αγγλόφιλους και τους αντικυβερνητικούς της Ύδρας. Στον Κανάρη ανατέθηκε να συλλάβει τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, όταν ο τελευταίος διέφυγε από το Ναύπλιο. Απογοητευμένος λόγω της δολοφονίας του Καποδίστρια, ο Κανάρης πήγε στη Σύρο όπου ιδιώτευσε για ένα διάστημα.
Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο Όθωνας, τον διόρισε καταρχήν πλοίαρχο γ΄ τάξεως κι έπειτα ναύαρχο. Μετά τη μεταπολίτευση του 1843, ο Κανάρης έγινε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Μεταξά και κατόπιν στην κυβέρνηση Κωλέττη. Το 1854 έγινε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Το 1861 δεν δέχτηκε τη σύνταξη που του παραχωρήθηκε, προκειμένου να μπορεί να υποστηρίζει τις ολοένα και πιο προοδευτικές θέσεις που έπαιρνε.
Το καλοκαίρι του 1862 ο Όθωνας του ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης. Ο Κανάρης πρότεινε έναν κατάλογο με υπουργούς, που όλοι τους είχαν σχεδόν επαναστατικές απόψεις, λέγοντας στον Όθωνα ότι μόνο με τέτοια κυβέρνηση και η μοναρχία θα ήταν δυνατό να σωθεί και η τάξη στη χώρα να διατηρηθεί. Ο Όθωνας όμως δεν δέχθηκε και έδωσε την εντολή στον Ιωάννη Κολοκοτρώνη. Ο Κανάρης πέρασε ανοιχτά στην αντιπολίτευση.
Μετά την έξωση του Όθωνα έγινε μέλος της υπό τον Βούλγαρη τριανδρίας (μαζί και με τον Ρούφο) που σχημάτισαν επαναστατική κυβέρνηση και πήγε, επικεφαλής επιτροπής, στη Δανία για να προσφέρει τον θρόνο στον μετέπειτα βασιλιά Γεώργιο. Διετέλεσε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Ρούφου. Κατόπιν το 1864 σχημάτισε ο ίδιος κυβέρνηση, μετά από ένα μήνα παραιτήθηκε και σχημάτισε και πάλι κυβέρνηση, η οποία παρέμεινε επί ένα χρόνο στην εξουσία. Κατόπιν παραιτήθηκε οριστικά, θέλοντας να αποσυρθεί από τον δημόσιο βίο καθώς είχε υπερβεί τα 75 χρόνια. Στο σπίτι όπου έμενε, στην Κυψέλη, συνέρρεαν πολίτες από παντού για να δουν τον «Ναύαρχο», όπως τον αποκαλούσαν. Το 1877 ετέθη επικεφαλής οικουμενικής κυβέρνησης για να αντιμετωπιστούν οι δύσκολες για την χώρα περιστάσεις που δημιούργησε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος.
Το τέλος

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1877 πέθανε, όντας εν ενεργεία πρωθυπουργός. Η τελευταία του κατοικία βρίσκεται δίπλα στην είσοδο του Α' Νεκροταφείου.
Είχε παντρευτεί την Δέσποινα Μανιάτη. Παιδιά τους ήταν:
  • ο Νικόλαος (γεννήθηκε το 1818, στάλθηκε με ειδική αποστολή στη Βηρυττό, σκοτώθηκε το 1848),
  • ο Θεμιστοκλής (γεννήθηκε το 1819, στάλθηκε στην Αίγυπτο με ειδική αποστολή, σκοτώθηκε το 1851),
  • ο Θρασύβουλος (γεννήθηκε το 1820, κατατάχθηκε στο Ναυτικό, έγινε ναύαρχος, πέθανε το 1898),
  • ο Μιλτιάδης (γεννήθηκε το 1822, κατατάχθηκε στο Ναυτικό όπου διακρίθηκε, έγινε ναύαρχος, έβγαινε πολλά χρόνια βουλευτής, έγινε τρεις φορές υπουργός Ναυτικών το 1864, το 1871 και το 1878, πέθανε το 1899),
  • ο Λυκούργος (γεννήθηκε το 1826, σπούδασε νομικά, πέθανε το 1865),
  • η Μαρία (γεννήθηκε το 1828, παντρεύτηκε τον Α. Μπαλαμπάνο, πέθανε το 1847),
  • ο Αριστείδης (γεννήθηκε το 1831, ήταν αξιωματικός και σκοτώθηκε στις ταραχές του 1863 έξω από τον οικίσκο των ανακτόρων στην οδό Ηρώδου του Αττικού).