ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΛΑΟΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ- ΝΕΟΤΕΡΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ- ΝΕΟΤΕΡΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΞΑΝΘΟΣ

1. Νεανικά χρόνια: Η Οδησσός και η ίδρυση της Εταιρείας

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος γεννήθηκε στην Πάτμο το 1772. Ο πατέρας του Νικόλαος είχε υπηρετήσει στο ρωσικό στρατό, ενώ η μητέρα του Δούκαινα, που καταγόταν από αρχοντική οικογένεια του νησιού, φρόντισε για την ανατροφή του.1 Σπούδασε στην Πατμιάδα Σχολή. Όταν έγινε 20 ετών, μετέβη στην Τεργέστη και εργάσθηκε σε
μεγάλο εμπορικό οίκο. Το 1810 επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Οδησσό, όπου εργάσθηκε ως γραμματέας του μεγαλεμπόρου Βασιλείου Ξένου. Το 1812 ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για εμπορικές υποθέσεις και συνεταιρίσθηκε με τους Ιωαννίτες Ασημάκη Κροκίδα, Χριστόδουλο Οικονόμου και Κυριάκο Μπατζακτζή σχετικά με το εμπόριο λαδιού. Για το λόγο αυτόν μετέβη στις αρχές του 1813 στην Πρέβεζα και τα Γιάννενα, όπου έλαβε σχετική άδεια από τον Αλή Πασά με τη μεσολάβηση του Μάνθου Οικονόμου, αδελφού ενός εκ των συνεταίρων του. Στη συνέχεια επισκέφθηκε την Αγία Μαύρα (Λευκάδα), όπου, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του,2 μυήθηκε στον Τεκτονισμό. Το Νοέμβριο του 1813 επανήλθε στην Οδησσό. Εκεί, όπως αναφέρει ο ίδιος,3 γνώρισε το Νικόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφκαι συνδέθηκε φιλικά μαζί τους. Η φιλία των τριών ανδρών οδήγησε στην ιδέα της σύστασης μιας μυστικής εταιρείας.4

Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, επαναπροσεγγίζοντας το θέμα της σύστασης της Φιλικής Εταιρείας,5 ύστερα από έρευνα σε αρχειακές πηγές και μελέτη της αλληλογραφίας μεταξύ των μελών της Φιλικής Εταιρείας, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα η υπόθεση πως δεν υπήρξε πράγματι ιδρυτική τριάδα της Εταιρείας. Την πρωτοβουλία στην πρώτη επεξεργασία της ιδέας σύστασης της Φιλικής την είχαν, κατά τον Σβολόπουλο, οι Τσακάλωφ και Σκουφάς, χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο αρχικός εμπνευστής. Κατά την παραμονή τους στην Οδησσό –υποστηρίζει ο Σβολόπουλος– διασταύρωσαν τις σκέψεις τους με τις σκέψεις δύο ακόμα Ελλήνων πατριωτών από τον επαγγελματικό τους κύκλο, του Αναγνωστόπουλου και του Ξάνθου. Δεν είναι καν αναγκαίο –πάντα κατά τον Κων. Σβολόπουλο– να συναντήθηκαν από κοινού και οι τέσσερις. Όταν οι δύο πρώτοι ολοκλήρωσαν στη Μόσχα την επεξεργασία της αρχικής ιδέας και καθόρισαν επακριβώς τους όρους δράσης της Εταιρείας, αποφάσισαν να δράσουν.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ενώ στα απομνημονεύματά του, το έτος 1834, κάνει λόγο για ιδρυτική ομάδα της Εταιρείας αποτελούμενη από το Σκουφά, τον Τσακάλωφ και τον ίδιο, σε αναφορά του προς την Εθνοσυνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 σημειώνει ότι: «οι συσκεφθέντες και αρχίσαντες το έργον εις Οδησσόν κατά τον Νοέμβριον του 1814 έτους ήσαν τέσσερα άτομα, ο Νικόλαος Σκουφάς εξ Άρτης, ο Αθανάσιος Φίρου Τσακάλωφ, Ιωαννίτης, ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, Πελοποννήσιος, και ο υποφαινόμενος εκ Πάτμου».6

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος από την Ανδρίτσαινα της Ηλείας, ο οποίος εργαζόταν ως υπάλληλος στο εμπορικό κατάστημα του Αθανασίου Σέκερη (τον οποίο αργότερα θα μυήσει στην Εταιρεία), γνώρισε στην Οδησσό το Νικόλαο Σκουφά και συνδέθηκε μαζί του με στενή φιλία.

Ένα άλλο θέμα το οποίο δημιουργεί πολλά ερωτηματικά σχετικά με το χρόνο και τη σειρά συμμετοχής στην ιδρυτική ομάδα είναι η αναφορά στα συνθηματικά αρχικά που χρησιμοποιούσαν τα μέλη της. Ο Τσακάλωφ χρησιμοποίησε τα αρχικά Α.Β (γεγονός που από κάποιους ερευνητές θεωρήθηκε ένδειξη του ότι σε αυτόν ανήκει η ιδέα της ίδρυσης της Εταιρείας), ο Σκουφάς τα αρχικά Α.Γ και ο Ξάνθος τα αρχικά Α.Δ, τα οποία αργότερα ζήτησε και του δόθηκαν ο Νικόλαος Γαλάτης.

Η ενδεχόμενη συμμετοχή του Π. Αναγνωστόπουλου στην ιδρυτική τριάδα καταρρίπτεται, αφού θα έπρεπε σε αυτόν να ανήκουν τα αρχικά Α.Δ (αντιθέτως έλαβε από την αρχή τα αρχικά Α.Ι). Εξάλλου η παραχώρηση στο Νικόλαο Γαλάτη των αρχικών Α.Δ ενδεχομένως να οφείλεται σε αδρανοποίηση του Ξάνθου ως το 1817, όταν αυτός βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη και οι δύο σύντροφοί του και συνιδρυτές της Εταιρείας στη Μόσχα.7

2. Η επανασύνδεση της ιδρυτικής ομάδας και η μεταφορά της έδρας στην Κωνσταντινούπολη

Η ενδεχόμενη αδρανοποίηση του Ξάνθου το διάστημα της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη και μέχρι τη συνάντησή του με το Νικόλαο Σκουφά το Πάσχα του 1818 ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν γνώριζε τον ακριβή τόπο κατοικίας του Ξάνθου. Μετά τη συνάντησή τους η παλιά φιλία αναθερμαίνεται. Μετά το θάνατο του Σκουφά ο Εμμανουήλ Ξάνθος και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος αναβαθμίζονται σε ηγέτες της Εταιρείας, μαζί με τον Παναγιώτη Σέκερη,8 και θα αποτελέσουν την ηγετική της ομάδα ως την κήρυξη της Επανάστασης. Στην ηγετική ομάδα παρέμεινε και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ ως την αναχώρησή του για την Ερμιόνη και στη συνέχεια τη φυγή του στην Πίζα της Ιταλίας.

Στις συσκέψεις της η ηγετική ομάδα αποφάσισε να παραμείνει η Αρχή μυστηριώδης και απρόσωπη, να εξακολουθήσουν οι κατηχήσεις «Συστημένων» και «Ιερέων», να λειτουργήσει το σύστημα των «Αποστόλων», να απονέμεται με φειδώ ο βαθμός του «Ποιμένος». Την ίδια εποχή η Εταιρεία, και παρά τη συνεχή διεύρυνσή της, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα.9

Ο ρόλος του Εμμανουήλ Ξάνθου στο θέμα της αναζήτησης αρχηγού της Εταιρείας ήταν ιδιαίτερα σημαντικός. Είναι γεγονός ότι από τη σύστασή της έως και τη διεύρυνσή της η Φιλική Εταιρεία προσέβλεπε στη βοήθεια της Ρωσίας. Το ιδανικότερο πρόσωπο για την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο ελληνικής καταγωγής υπουργός Εξωτερικών του Ρώσου αυτοκράτορα και από τα άτομα του στενού περιβάλλοντός του. Στην ανάληψη της αρχηγίας από τον Καποδίστρια, ως επισφράγιση της ρωσικής υποστήριξης στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, προσέβλεπαν και μέλη των στρατιωτικών σωμάτων και των τοπικών ελίτ του ελλαδικού χώρου, όπως ο Μπέης της Μάνης Πέτρος (Πετρόμπεης) Μαυρομιχάλης, στους κόλπους των οποίων είχε προωθήσει το μήνυμά της η Εταιρεία.

Στις 15 Ιανουαρίου 1820 έφθασε στην Πετρούπολη ο Ξάνθος και την επομένη έγινε εγκάρδια δεκτός από τον Καποδίστρια, ο οποίος ωστόσο αρνήθηκε να αναλάβει την ηγεσία.10 Ο Φιλήμων11 αναφέρει ότι ο Ξάνθος βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία μετά την άρνηση του Καποδίστρια. Για το λόγο αυτόν, και χωρίς να ενημερώσει την Αρχή, απευθύνθηκε στο γόνο φαναριώτικης οικογένειας, διακεκριμένο στρατηγό και υπασπιστή του Τσάρου Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η πρωτοβουλία αυτή του Ξάνθου υπήρξε πολύτιμη υπηρεσία στην εθνική υπόθεση και αναβαθμίζει τον ιστορικό ρόλο του στο πλαίσιο της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος παρέμεινε συνεργάτης του Αλέξανδρου Υψηλάντη και από κοινού ίδρυσαν την «Εθνικήν Κάσαν», το κοινό ταμείο το οποίο προοριζόταν για την εξασφάλιση της οικονομικής ενίσχυσης του αγώνα. Μετά την αποτυχία του κινήματος του Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ο Εμμανουήλ Ξάνθος ταξίδευσε στα κέντρα των ελληνικών παροικιών προκειμένου να εξασφαλίσει οικονομική υποστήριξη για τον επαναστατικό αγώνα που είχε ήδη ξεκινήσει στην κυρίως Ελλάδα.12

3. Ο ρόλος του Ξάνθου μετά τη διάλυση της Εταιρείας

Τον Ιούνιο του έτους 1823 ο Εμμανουήλ Ξάνθος διαπεραιώθηκε μαζί με τον Αθανάσιο Τσακάλωφ στο Μοριά. Για ένα μικρό διάστημα διέμεινε στην Τρίπολη, κοντά στο Δημήτριο Υψηλάντη,13 με τον οποίο κατάρτισαν από κοινού σχέδιο για την απόδραση του Αλέξανδρου Υψηλάντη από τις φυλακές του Μούκατς της Ουγγαρίας, όπου κρατούνταν. Για το σκοπό αυτόν ο Ξάνθος μετέβη στην Ουγγαρία. Ωστόσο το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε γιατί ο Αλέξανδρος Υψηλάντης δεν συναίνεσε στην απόδρασή του και ο Εμμανουήλ Ξάνθος επέστρεψε στην Πελοπόννησο.

Λίγο πριν από την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στην επαναστατημένη Ελλάδα, ο Ξάνθος αναχώρησε για το Βουκουρέστι (1827), όπου αποσύρθηκε και ιδιώτευσε λησμονημένος απ’ όλους. Φαίνεται ότι την εποχή εκείνη ο Ξάνθος ασχολήθηκε με τα προβλήματα επιβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του. Από κάποιους μάλιστα θεωρήθηκε νεκρός. Μεταξύ αυτών και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ο οποίος το 1834 δημοσίευσε ένα λίβελλο εναντίον του στην εφημερίδα Αιών του Ι. Φιλήμονος, κατηγορώντας τον ότι είχε ξοδέψει αλόγιστα τα χρήματα της «Εθνικής Κάσας».

Το 1837 ο Ξάνθος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και επιδόθηκε, μέσω των απομνημονευμάτων που συνέγραψε, στην αποκατάσταση του ιστορικού του ρόλου ως ιδρυτικού μέλους της Φιλικής Εταιρείας. Η έκδοση των απομνημονευμάτων του ανάγκασε τον Ιωάννη Φιλήμονα να ανασκευάσει τις απόψεις που είχε διατυπώσει για τον Ξάνθο και τη συμμετοχή του στην Αρχή της Εταιρείας και να δημοσιεύσει επιστολή το Μάρτιο του 1840 στην εφημερίδα Αιών στην οποία ανασκεύαζε τις κατηγορίες εναντίον του.14 Σε ένδειξη αναγνώρισης των υπηρεσιών που προσέφερε προς το Έθνος το νεοσύστατο ελληνικό κράτος τού απένειμε το «Χρυσούν Σταυρόν του Σωτήρος» και ένα χρηματικό επίδομα, που ποτέ δεν έλαβε.

Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στα όρια της οικονομικής εξαθλίωσης, σε ένα χαμόσπιτο στην οδό Νικοδήμου 27. Πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, λίγες ώρες μετά το βαρύτατο τραυματισμό του από πτώση στις σκάλες της Βουλής, όπου είχε παρακολουθήσει ως απλός πολίτης μια συνεδρίαση. Το Ελληνικό Κράτος τού απέδωσε κατά την κηδεία τιμές στρατηγού.






1. Βλ. Μαζαράκης-Αινιάν, Ι.Κ., Η Φιλική Εταιρεία (Αθήνα 1967), σελ. 5.


2. Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 2.


3. Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 2.


4. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι ο ίδιος «πνέων μίσος κατά της τουρκικής τυραννίας συνέλαβεν αμέσως την ιδέαν ότι ηδύνατο να ενεργηθή μια μυστική εταιρεία κατά τους κανόνας των ελευθέρων τεκτόνων», απαντώντας σε όσα αναφέρει ο Ιωάννης Φιλήμων στο Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρείας (Ναύπλιο 1834) περί μη συμμετοχής του στην ιδρυτική ομάδα της Εταιρείας. Βλ. Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 2.


5. Σβολόπουλος, Κ., «Η σύσταση της Φιλικής Εταιρείας. Μια επαναπροσέγγιση», Τα Ιστορικά 18:35 (2001), σελ. 283-298.


6. Βλ. Μπογδανόπουλος, Δ., Φιλική Εταιρεία (Πάτρα χ.χ.), σελ. 97-208 (όπου και φωτογράφιση κειμένου Εθνικής Βιβλιοθήκης, αριθμ. 9142).


7. Ο Δ. Μπογδανόπουλος, σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της ιστορικής μνήμης του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου ως ιδρυτικού μέλους της Φιλικής, αναφέρει στην ιστορική μονογραφία για τη Φιλική Εταιρεία ότι τα αρχικά αυτά δόθηκαν στην Κωνσταντινούπολη μετά την τελική διαμόρφωση της Οργάνωσης και δεν ανταποκρίνονται στη σειρά συμμετοχής τους στην ιεραρχία της Εταιρείας, αλλά σε αρχικά των ψευδωνύμων που χρησιμοποιούσαν τα μέλη της Αρχής: Τσακάλωφ Α.Β: Αναστάσιος Βασιλείου, Κομιζόπουλος Α.Ε: Ανδρέας Ελευθεριάδης, Ξάνθος Α.Θ: Θωμαΐδης ή Θυμίδης, Αναγνωστόπουλος Α.Ι: Ιωαννίδης, Ιωακείμ Παναγ. Σέκερης Α.Κ: Κοντός, Καρίμου, Καλόβουλος. Βλ. Μπογδανόπουλος, Δ., Φιλική Εταιρεία (Πάτρα χ.χ.), σελ. 65 κ.ε.


8. Ο Παναγιώτης Σέκερης , ο οποίος διέθεσε μεγάλο μέρος της προσωπικής του περιουσίας για τους σκοπούς της Εταιρείας, από μεγάλη μερίδα ιστορικών έχει χαρακτηριστεί ως διάδοχος ουσιαστικά του αποθανόντος Σκουφά στην ηγεσία της εταιρείας. Βλ. και Μαζαράκης-Αινιάν, Ι.Κ., Η Φιλική Εταιρεία (Αθήνα 1967), σελ. 26 κ.ε.


9. Ο Κυριάκος Καμαρινός απειλούσε να αποκαλύψει στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν είχε καμία ανάμειξη στην Εταιρεία, ενώ ο Γαλάτης από το Βουκουρέστι ζητούσε μεγάλα χρηματικά ποσά απειλώντας ότι θα προδώσει την Εταιρεία. Η ανάγκη να οριστεί ένας αρχηγός αυξημένου κύρους ήταν περισσότερο από ποτέ επιτακτική.


10. Στα απομνημονεύματά του ο Ξάνθος αναφέρει σχετικά: «αλλ’ ο Καποδίστριας δεν εδέχθη, λέγων ότι, υπουργός ων του Αυτοκράτορος δεν ηδύνατο, και άλλα πολλά». Παρ’ όλα αυτά δεν απέλπισε τον Ξάνθο, προτείνοντάς του: «Αν οι αρχηγοί γνωρίζουν άλλα μέσα προς κατόρθωσιν του σκοπού των ας τα μεταχειρισθώσιν». Βλ. Ξάνθος, Εμμ.,Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 16.


11. Βλ. Φιλήμων, Ι., Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρείας (Ναύπλιο 1834), σελ. 254.


12. Στις 4 Αυγούστου 1821, σε γενική συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στο ελληνικό γυμνάσιο της Οδησσού και μετά τη δραματική τροπή που είχαν πάρει οι εξελίξεις, αποφασίσθηκε η μετονομασία της Φιλικής Εταιρείας σε Φιλανθρωπική Ελληνική Εταιρεία. Η ενέργεια αυτή, που έγινε με πρωτοβουλία της ελληνικής κοινότητας της Οδησσού, είχε σκοπό να βοηθήσει τη λειτουργία της Εταιρείας στο πλαίσιο του σκοπού της, που ήταν η στήριξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Η Φιλανθρωπική Ελληνική Εταιρεία λειτούργησε ως την 1η Αυγούστου του 1851. Βλ. Αυγητίδης, Κ.Γ., Οι Έλληνες της Οδησσού και η Επανάσταση του 1821, αφιέρωμα στα 200 χρόνια από την ίδρυση της Οδησσού (Αθήνα – Γιάννενα 1994), σελ. 179 κ.ε.


13. Διορίσθηκε μάλιστα και μέλος μιας Επιτροπής για την εκδίκαση της διαφοράς μεταξύ του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού Βρεσθένης με κάποιους στρατιώτες. Βλ. Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 34.


14. Βλ. Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 35.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΣΑΚΑΛΩΦ

1. Τα νεανικά χρόνια

Ο νεότερος από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας ήταν ο Αθανάσιος Τσακάλωφ-Τεκελής, που γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1790 και ήταν γόνος της ευκατάστατης οικογένειας των Τεκελήδων. Ακολουθώντας τα δίκτυα των εγκατεστημένων στις παροικίες Ηπειρωτών, αναζήτησε την τύχη του εκτός της οθωμανικής επικράτειας.

Ο πατέρας του Νικηφόρος Τεκελής καταγόταν από τον Τύρναβο και ασχολήθηκε στα Γιάννενα με το εμπόριο γουναρικών. Εκεί νυμφεύθηκε τη Βασιλική Γώγου, που καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της περιοχής. Ο Αθανάσιος φοίτησε στη Μαρουτσαία Σχολή, την οποία διηύθυνε ο Αθανάσιος Ψαλίδας. Όμως κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες1 έφυγε από τα Γιάννενα και κατέφυγε στη Μόσχα, κοντά στον πατέρα του. Αργότερα μεταβαίνει στο Παρίσι για να σπουδάσει φυσικές επιστήμες. Εκεί θα έλθει σε επαφή με τον κύκλο του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου, στον οποίο μετέχουν τόσο Έλληνες όσο και Γάλλοι φιλέλληνες, με επικεφαλής τον κόμη Choiseul Gouffier, και του οποίου θα γίνει μέλος. Συμμετείχε επίσης στην ίδρυση μιας ακόμα εταιρείας που δραστηριοποιήθηκε στους κύκλους της ελληνικής διασποράς, της Φιλανθρώπου Εταιρείας. Η εταιριστική αυτή δράση του Τσακάλωφ στο Παρίσι θα παίξει σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας.

Το 1813 ο Τσακάλωφ εγκατέλειψε το Παρίσι και έφυγε για τη Μόσχα, όπου ζούσε η οικογένειά του. Τον ίδιο χρόνο μετέβη για εμπορικούς λόγους στην Οδησσό, όπου συνάντησε το Νικόλαο Σκουφά. Μέσω αυτού γνωρίσθηκε και με τον Εμμανουήλ Ξάνθο. Στη συνέχεια εργάσθηκε ως επιστάτης σε εμπορικό οίκο της Οδησσού, πιθανόν λόγω χρεοκοπίας των επιχειρήσεων της οικογένειας.

Το Σεπτέμβριο του έτους 1814 ο Σκουφάς και ο Τσακάλωφ αναχώρησαν για τη Μόσχα προκειμένου να τελειοποιήσουν –όπως αναφέρει ο Ξάνθος στα απομνημονεύματά του–2τον κανονισμό της Εταιρείας, ενώ ο τελευταίος το Δεκέμβριο του ίδιου έτους αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Η συνεισφορά του Τσακάλωφ στην τελειοποίηση του κανονισμού, λόγω της προαναφερθείσας εταιριστικής δράσης του στο Παρίσι, υπήρξε ιδιαιτέρως σημαντική.3

2. Κωνσταντινούπολη: Η επαναδραστηριοποίηση στην Εταιρεία

Πέρα από τη συμβολή του στη διαμόρφωση και τελειοποίηση του Καταστατικού της Φιλικής Εταιρείας, ο Τσακάλωφ δεν ανέπτυξε αξιόλογη πολιτική δράση στη Μόσχα. Επιστρέφει στην Οδησσό τον Ιούλιο του 1817, περισσότερο ώριμος αλλά χωρίς τον ενθουσιασμό του νεαρού επαναστάτη. Συναντιέται με το Σκουφά, ο οποίος του εκμυστηρεύεται τους οραματισμούς του για άνοιγμα της Εταιρείας προς τους πληθυσμούς και τα ένοπλα σώματα του ελλαδικού χώρου και τη μεταφορά της έδρας της στη Μάνη. Ο Τσακάλωφ είναι διστακτικός. Προτείνει να μελετήσουν καλύτερα τα πράγματα και αν χρειασθεί να διαλύσουν προσωρινά την Εταιρεία. Ωστόσο ο ενθουσιασμός του Σκουφά θα πείσει τελικά τον Τσακάλωφ να συνεχίσουν προς την επιδίωξη του σκοπού τους. Στη συνέχεια θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη προκειμένου να συναντήσει τον Ξάνθο.4

Η άφιξή του στην Κωνσταντινούπολη εγκαινιάζει ουσιαστικά την ενεργό δράση του στην Εταιρεία. Το σύντομο διάστημα της παραμονής του εκεί αναπτύσσει έντονη συνωμοτική δράση, αλλάζει σπίτια και ονόματα και εργάζεται για τους σκοπούς της Εταιρείας. Στα τέλη του 1817 αναχωρεί με τον Άνθιμο Γαζή για τις Μηλιές του Πηλίου. Στη συνέχεια περιοδεύει στα παράλια του Παγασητικού, της Μακεδονίας και της Θράκης για την κατήχηση νέων μελών.

Τον Απρίλιο του 1817 μεταβαίνει στη Σμύρνη για τους σκοπούς της Εταιρείας. Όμως τα γεγονότα θα τον αναγκάσουν να επισπεύσει την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη λίγες ημέρες πριν από το θάνατο του Νικολάου Σκουφά. Η απώλειά του έχει ως συνέπεια να αναλάβουν ο Τσακάλωφ και ο Ξάνθος τα ηνία της Εταιρείας. Μεταξύ των προβλημάτων που είχαν να αντιμετωπίσουν ήταν η αναζήτηση αρχηγού, καθώς και η περίπτωση του Νικολάου Γαλάτη, ο οποίος εκβίαζε τα μέλη της Εταιρείας απειλώντας ότι θα τα καταδώσει στις οθωμανικές αρχές.5 Η συμπεριφορά του Γαλάτη είχε ξεπεράσει τα όρια και για το λόγο αυτόν η ηγετική ομάδα αποφάσισε να τον εξοντώσει. Αντίθετα, ο Ε. Μωραϊτίνης-Πατριαρχέας στη μονογραφία του για το Νικόλαο Γαλάτη υποστηρίζει ότι οι διενέξεις για την αρχηγία της οργάνωσης μετά το θάνατο του Νικολάου Σκουφά ήταν αυτές που οδήγησαν τους Φιλικούς στην εκτέλεση του Γαλάτη.6

3. Ερμιόνη – Μάνη – Πίζα

Ως πρόσχημα για την εξόντωση του Γαλάτη επινοήθηκε μια αποστολή στο Μοριά το Δεκέμβριο του 1818. Στην αποστολή πήραν μέρος ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο Παναγιώτης Δημητρόπουλος, ο Νικόλαος Γαλάτης και ο υπηρέτης του Δημήτριος Κουτμάς. Στην παραλία της Ερμιόνης ο Γαλάτης και ο Κουτμάς εκτελέστηκαν από τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο, παρουσία του Τσακάλωφ. Μετά την εκτέλεση του Γαλάτη οι Τσακάλωφ και Δημητρόπουλος αποφάσισαν να καταφύγουν στη Μάνη.7

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, που περίμενε από τον Τσακάλωφ οικονομική ενίσχυση για την οργάνωση του ένοπλου αγώνα και αγνοούσε αρχικά το συμβάν, μόλις ενημερώθηκε σχετικά ζήτησε από τους φυγάδες να διαπεραιωθούν στην Ιταλία, όπου θα ήταν πιο ασφαλείς.

Το Νοέμβριο του 1819 ο Τσακάλωφ και ο Δημητρόπουλος έφτασαν στην Πίζα και ήλθαν σε επαφή με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και το μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο, καθώς και τον Κωστάκη Καρατζά, γιο του ηγεμόνα της Βλαχίας Ιωάννη Καρατζά, τους οποίους μύησε στην Εταιρεία ο Τσακάλωφ. Λίγους μήνες μετά (Απρίλιος του 1820 ) έφτασε στην Πίζα και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος. Η επαφή των Τσακάλωφ και Αναγνωστόπουλου με τον αποκαλούμενο «κύκλο της Πίζας»8 απομάκρυνε τα δύο ηγετικά στελέχη της Φιλικής Εταιρείας από την υψηλαντική παράταξη.

4. Η συμμετοχή στην Επανάσταση

Με την έναρξη της Επανάστασης στις Ηγεμονίες ο Τσακάλωφ με τον Αναγνωστόπουλο αναχώρησαν για τη Μολδοβλαχία. Ωστόσο λόγω ξαφνικής ασθένειας ο Τσακάλωφ παρέμεινε για ένα διάστημα στη Βιέννη πριν από την άφιξή του στο στρατόπεδο του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο οποίος τον διόρισε υπασπιστή του Ιερού Λόχου. Μετά τη μάχη στο Δραγατσάνι, στην οποία κατά μια πληροφορία τραυματίστηκε, κατέβηκε στη Πελοπόννησο και τέθηκε στην υπηρεσία του Δημήτριου Υψηλάντη.

Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τη δράση του στη διάρκεια της Επανάστασης, εκτός από την πληροφορία ότι το Σεπτέμβριο του 1823 διορίστηκε μέλος του «Τριμελούς Επαρχιακού Κριτηρίου της Σαλαμίνος». Την περίοδο της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια υπηρέτησε ως υπάλληλος τουΓενικού Φροντιστηρίου, ενώ υπήρξε πληρεξούσιος της Ηπείρου στην Δ΄ Εθνική Συνέλευση του Άργους.

5. Η τελευταία περίοδος της ζωής του Τσακάλωφ

Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, ο Τσακάλωφ απογοητευμένος αναχώρησε για τη Μόσχα (καλοκαίρι του 1832), όπου παντρεύτηκε και παρέμεινε εκεί ως το θάνατό του, «βιώσας εν ειρήνη και ησυχία».9 Η μόνη επαφή που διατήρησε με την ελληνική πραγματικότητα ήταν η αραιή επικοινωνία του με τον Εμμανουήλ Ξάνθο.

Ο Ιωάννης Φιλήμων, που γνώρισε προσωπικά τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, κάνει λόγο για «άνδρα λίαν εχέμυθον, σκεπτικόν πάντοτε και πάσαν επίδειξιν αποφεύγων».10 Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι μέχρι το τέλος της ζωής του δεν αναφέρθηκε ποτέ δημόσια στη δράση του ως Φιλικού.






1. Σύμφωνα με παράδοση που ωστόσο δεν μπορεί να ελεγχθεί ως προς την εγκυρότητά της, η ομορφιά του νεαρού προκάλεσε την προσοχή του Μουχτάρ Πασά, γιου του Αλή, οι άνδρες του οποίου απήγαγαν τον Αθανάσιο. Η δραστήρια μητέρα του όμως, με τη μεσολάβηση ενός από τους αξιωματούχους του Αλή, κατόρθωσε να τον απελευθερώσει και να τον κρύψει για αρκετούς μήνες σε ασφαλές μέρος, απ’ όπου στη συνέχεια ο πατέρας του μπόρεσε να τον πάρει κοντά του στη Μόσχα. Βλ. Γούδας, Α., Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών Ε΄ (Αθήνα 1872), σελ. 23-24, και Πρωτοψάλτης, Ε.Γ., Η Φιλική Εταιρεία (Αθήνα 1964), σελ. 22-25.


2. Βλ. Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 4. Σχετικά με τη μετάβαση των Τσακάλωφ και Σκουφά στη Μόσχα, ο Φιλήμων παραδίδει ότι ο Σκουφάς κλήθηκε από την εκεί Εμπορική Τράπεζα λόγω πτώχευσης της οικογενειακής επιχείρησης (Φιλήμων, Ι., Δοκίμιον ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρείας [Ναύπλιο 1834], σελ. 178), ενώ ο Σβολόπουλος αναφέρει ότι στη ρωσική πόλη προσδιόρισαν το πλαίσιο και επεξεργάστηκαν το σχέδιο δράσης της Εταιρείας, το οποίο ουσιαστικά εγκαινιάστηκε ένα χρόνο μετά τη Μόσχα και, κυρίως, από την Οδησσό· Σβολόπουλος, Κ., «Η σύσταση της Φιλικής Εταιρείας: Μια επαναπροσέγγιση», Τα Ιστορικά 18:35 (2001), σελ. 291.


3. Η Φιλική Εταιρεία είχε πολλά κοινά ως προς τη δομή και την οργάνωσή της με το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον», στο οποίο μετείχε ως ηγετικό στέλεχος ο Αθανάσιος Τσακάλωφ. Μάλιστα έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο Τσακάλωφ μεταφύτευσε την ιδέα της εταιρείας από το Παρίσι στην Οδησσό, καθώς στο μυστικό κώδικα των Φιλικών αναφέρεται με τα στοιχεία Α.Β, που δηλώνουν κορυφαία θέση στην Εταιρεία. Βλ. Πρωτοψάλτης, Ε.Γ., Η Φιλική Εταιρεία (Αθήνα 1964), σελ. 24.


4. Η μετάβαση της ηγετικής ομάδας στην Κωνσταντινούπολη ενδεχομένως να σχετίζεται και με το φόβο πιθανών συλλήψεων μελών της Φιλικής Εταιρείας μετά τη δράση του Γαλάτη στην Πετρούπολη και τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, που είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον της ρωσικής αστυνομίας.


5. Βλ. Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα περί Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα 1845), σελ. 13.


6. Βλ. Μωραϊτίνης-Πατριαρχέας, Ε., Νικόλαος Γαλάτης ο Φιλικός, Ιστορική μονογραφία (Αθήνα 2002).


7. Την ίδια στιγμή ο κεχαγιάς του Μορά Βαλεσή (του Οθωμανού διοικητή της Πελοποννήσου) ζήτησε από τους προκρίτους της Ύδρας πληροφορίες για το περιστατικό μετά τη μαρτυρία του Κρανιδιώτη βαρκάρη Αντώνη Καλογιάννη. Ο Τσακάλωφ κρύβεται στο σπίτι του Σπετσιώτη Γεωργίου Πάνου και με το καράβι του θα φυγαδευτεί στη Μονεμβασιά και κατόπιν στη Μάνη.


8. Το έτος 1819 ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, συνοδεύοντας το θείο του Ιωάννη Καρατζά, πρώην ηγεμόνα της Βλαχίας, ο οποίος είχε πέσει σε δυσμένεια από το Σουλτάνο, έφτασε στην Πίζα της Ιταλίας. Εκεί φιλοξενήθηκε στο σπίτι του μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνατίου. Τα περί κατηχήσεως του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Καρατζά αναφέρονται σε επιστολή του Θεοδώρου Νέγρη από το Ιάσιο προς την Αρχή στις 12 Απριλίου 1819: «[…] ο ποστέλνικος Μαυροκορδάτος και ο πρίγκηψ Κωνσταντίνος Καρατζάς κατηχηθέντες έλαβον τα εφοδιαστικά […]». Ωστόσο, τόσο ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος όσο και ο μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος ήταν αντίθετοι για το χρόνο έναρξης της επανάστασης και άσκησαν κριτική στην προσωπικότητα και τη δράση του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Η ομάδα Μαυροκορδάτου, Ιγνατίου και Θεοδώρου Νέγρη, που αποκλήθηκε «Κύκλος της Πίζας», αποτέλεσε καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα το αντίπαλο δέος της υψηλαντικής παράταξης. Βλ. Πρωτοψάλτης, Ε.Γ., Η Φιλική Εταιρεία (Αθήνα 1964), σελ.12 κ.ε.


9. Βλ. Γούδας, Α., Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών Ε΄ (Αθήνα 1872), σελ. 42.


10. Βλ. Πρωτοψάλτης, Ε.Γ., Η Φιλική Εταιρεία (Αθήνα 1964), σελ. 22-25.

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

ΔΗΜΟΣ ΗΡΟΔΟΤΟΥ (1923 - 1957)


Ο Δήμος Ηροδότου γεννήθηκε στο Φοινί (Λεμεσός) το 1923 και ήταν έγγαμος με τέσσερα παιδιά. Εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ τον Οκτώβριο του 1955 και ανέλαβε την ευθύντη του συνδέσμου και της τροφοδοσίας της ομάδας Φοινιού-Πλατρών. Ο Ηροδότου διατηρούσε κρύπτες στις οποίες φύλαγε τον οπλισμό της Οργάνωσης, ενώ φιλοξενούσε στο σπίτι του τους αντάρτες.

Λόγω του ότι ήταν ηλεκτρολόγος σε χώρο, που οι Άγγλοι είχαν επιτάξει για τη διαμονή των στρατιωτών (το ξενοδοχείο Park Hotel στις Πλάτρες), συνέλλεγε πολλές και σημαντικές πληροφορίες για τον εχθρό. Ακόμα, μεταξύ άλλων, ο ήρωας συμμετείχε σε επίθεση των ανταρτών εναντίον του Park Hotel και σε δυο επιχειρήσεις ανατίναξης του ελικοπτέρου του Κυβερνήτη Χάρτινγκ.

Διπλή προδοσία και θάνατος του αγωνιστή.

Στις 21 Ιανουαρίου του 1957, ο Δήμος Ηροδότου έλαβε πληροφορίες ότι η ομάδα του Ομόδους προδόθηκε, και έσπευσε στην περιοχή για να ειδοποιήσει τους αντάρτες. Όταν ο αγωνιστής αναχώρησε για το Όμοδος από το Park Hotel, οι προδότες υπέδειξαν στον εχθρό το Δήμο Ηροδότου, τον ανέκοψαν έξω από το χωριό Μανδριά, τον κυνήγησαν και τον σκότωσαν. Τα παιδιά του, Ηρόδοτος, Μάριος, Χάρης και Δημούλα, ορφάνεψαν από το χέρι της προδοσίας…

Ο επικός αγώνας του 1955, προδόθηκε. Από την αρχή, μέχρι το τέλος του.

Τα παιδιά της ΕΟΚΑ, έδωσαν τη ζωή τους, όμως κάποιοι υπονόμευσαν τον Αγώνα. Κάποιοι κοιλιόδουλοι, συμφεροντολόγοι, που αργότερα φυγαδεύτηκαν από τον εχθρό στην Αγγλία, κάρφωναν πισώπλατα τα παιδιά του Διγενή.

Γι΄αυτό, όταν μνημονεύουμε φιλολογικά το Δήμο Ηροδότου, οφείλουμε να θυμίζουμε, πως οι αγγλικές σφαίρες που ορφάνεψαν τα παιδιά του ήρωα, κατευθύνονταν από τους προδότες του Αγώνα. Και όχι να παραλείπεται, όπως έπραξε ο Υπουργός Δικαιοσύνης, κ. Λουκά στις επετειακές εθνικές εκδηλώσεις στο Φοινί (29.03.2009)…

Γιατί, ο αγώνας της ΕΟΚΑ δεν ολοκληρώθηκε, επειδή κάποιοι τον υπέσκαψαν και μας επέβαλαν τις Συμφωνίες της Ζυρίχης. Και άλλοι, τον υποσκάπτουν σήμερα, για να μας «αδελφοποιήσουν» με τον κατακτητή.

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

26 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1827 Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΛΑΠΑΝΑΓΟΥΣ - ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ

Το 1827 η στρατιά του Ιμπραήμ συνέχιζε την καταστροφή τής Πελοποννήσου. Τότε ο Κολοκοτρώνης είχε φτάσει ως τους Λαπαναγούς και είχε δώσει εντολή στους τοπικούς οπλαρχηγούς να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ με κάθε τρόπο. Στις 26 Αυγούστου εκείνου του χρόνου ο στρατός του Ιμπραήμ πέρασε και στρατοπέδευσε έξω από τους Λαπαναγούς με αρχηγούς τον Ντελή Αχμέτ και τον Νενέκο. Την άλλη μέρα, στις 27 του Αυγούστου, οι Έλληνες αγωνιστές (1.ΟΟΟ Καλαβρυτινοί, 3ΟΟ Αιγιώτες, 5ΟΟ Καρυτινοί και 1ΟΟ Σουλιώτες) περίμεναν τον τούρκικο στρατό στον λόφο Λαγό με ταμπούρια, των οποίων τα υπολείμματα σώζονται έως και σήμερα. Οι Έλληνες πήραν την νίκη λόγω της στρατηγικής τοποθεσίας που επέλεξαν . Έτσι οι Τούρκοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή με 4ΟΟ νεκρούς και 3ΟΟ τραυματίες, ενώ οι Έλληνες άφησαν το πεδίο της μάχης με μόλις 3 νεκρούς και 10 τραυματίες

26 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1821 ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ


Οι Τούρκοι μετά την περιστολή της επανάστασης στη Μακεδονία προχώρησαν μέσω Λάρισας προς τη Λαμία, με σκοπό να εισβάλουν στην Πελοπόννησο. Οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδας πληροφορήθηκαν την εκστρατεία αυτή και μαζεύτηκαν στην Εργίνα της Βουδουνίτσας για να αποφασίσουν την επόμενή τους κίνηση. Αποφάσισαν να εμποδίσουν την προέλαση των Τούρκων καταλαμβάνοντας την θέση των Βασιλικών. Αυτό πρότεινε ο Δυοβουνιώτης. Ο Παπά-Ανδρέας Κοκοβιτσιανός με τριακόσιους άνδρες κατέλαβε το πυκνό δάσος κοντά στην είσοδο της κοιλάδας. Ο Αντώνιος Κοντοστόπουλος και ο Κωνσταντής Καλύβας με άλλους εξακόσιους τοποθετήθηκε στο εσωτερικό της κοιλάδας, ενώ ο Δυοβουνιώτης μαζί με τον γιο του και άλλους χίλιους εκατό πιάσαν την έξοδο.
Στις 26 Αυγούστου 1821 το τουρκικό ιππικό δύναμης δύο χιλιάδων που είχε σταλεί προς αναγνώριση του στενωπού αποδεκατίστηκε. Δύο μέρες αργότερα, στις 28 Αυγούστου ο Μπεϊράμ Πασάς κινήθηκε με όλο του τον στρατό κατά του Κοντοστόπουλου και Καλύβα. Οι Δυοβουνιώτηδες, ο Πανουργιάς και ο Γκούρας ήρθαν να ενισχύσουν, ενώ ο Παπά-Ανδρέας Κοκοβιτσιανός του επιτέθηκε από τα νώτα. Ακολούθησε γενναία μάχη, την οποία νίκησαν οι Έλληνες. Οι Τούρκοι με την δύση του ήλιου τράπηκαν σε φυγή προς την Πλατανιά, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης χίλιους νεκρούς και τραυματίες. Μεταξύ των νεκρών βρίσκονταν και ο Μεμήν Πασάς, τον οποίο σκότωσε ιδιοχείρως ο Γκούρας. Επίσης οκτακόσια άλογα, 2 πυροβόλα και 18 σημαίες. Από τους Έλληνες σκοτώθηκαν δέκα και τραυματίσητκαν 30, μεταξύ των οποίων και ο οπλαρχηγός Κοντοστόπουλος.

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1949 ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΑΝΤΑΡΤΩΝ

H τελική επιχείρηση για την κατάληψη των θέσεων των ανταρτών, έγινε από τον κυβερνητικό στρατό με φάση το επιτελικό σχέδιο "Πυρσός" που εξελίχθηκε σε διαδοχικές φάσεις.

Το σχέδιο "Πυρσός" προέβλεπε τρεις διαδοχικές επιθετικές ενέργειες για την εκκαθάριση του "φυσικού οχυρού" του Γράμμου από τις δυνάμεις των ανταρτών.

Ο "Πυρσός Α΄" (2-8 Αυγούστου 1949) στην ουσία ήταν μία παραπλανητική επιχείρηση την οποία θα εκτελούσαν μονάδες του Α' Σώματος Στρατού για να δώσουν στον αντίπαλο την εντύπωση ότι η κύρια προσπάθεια ήταν κατά των δυνάμεων που είχαν καθηλωθεί στον Γράμμο, οι οποίες ενδεχομένως θα ενισχύονταν από άλλες που θα άφηναν τα καταφύγιά τους στο Βίτσι σπεύδοντας προς βοήθειά τους.

Έχοντας απέναντί τους δύο "Μεραρχίες" ανταρτών ελαττωμένης συνθέσεως (περίπου 5000), 16 πυροβόλα, δύο βαρείς όλμους των 120 χιλ. και άπειρα αντιαρματικά και αντιαεροπορικά πυροβόλα, οι δυνάμεις του Στρατού, υποστηριζόμενες από δύο συντάγματα πεδινού πυροβολικού και από την Αεροπορία, όχι μόνο πέτυχαν τον αντικειμενικό τους σκοπό καταλαμβάνοντας τον βορειοανατολικό και νότιο Γράμμο, αλλά κατέλαβαν και τα οχυρά σημεία 1425 "Ταμπούρι" και 1356.

Η επιχείρηση Πυρσός Β' διεξήχθη από τις 10 έως τις 16 Αυγούστου 1949 στο Βίτσι, μια ισχυρά οργανωμένη από τους αντάρτες περιοχή, με τα γιουγκοσλαβικά σύνορα στον βορρά, τα αλβανικά στα δυτικά και νοτιοδυτικά και την πλαγιά του όρους Βαρνούς στα ανατολικά της. Τις δυνάμεις που προστάτευαν το Βίτσι και το Γενικό Αρχηγείο των ανταρτών, αποτελούν δύο "Μεραρχίες" συν δύο "Ταξιαρχίες", Κέντρα Εκπαιδεύσεως και Σχηματισμοί ενώ στην διάθεσή τους οι περίπου 8000 υπερασπιστές του Βίτσι είχαν 45 ορεινά πυροβόλα, 15 αντιαεροπορικά και δύο αντιαρματικά. Από την άλλη πλευρά έτοιμες για δράση οι II,IX,X,XI,XV Μεραρχίες του Β' Σώματος Στρατού, η III Μεραρχία Καταδρομών, το 12ο Ελαφρύ Σύνταγμα Πεζικού και έξι Τάγματα Εθνοφρουρών (ΤΕ) υποστηριζόμενα από τέσσερα Συντάγματα Πεδινού Πυροβολικού, τρεις Μοίρες Μέσου Πυροβολικού, τέσσερις Μοίρες Ορειβατικού Πυροβολικού, τα II και IX Συντάγματα Αναγνωρίσεως (μείον Ιλη), την XI Ιλη Αρμάτων και βεβαίως από τον "φύλακα-άγγελό" τους, την Αεροπορία. Μάλιστα προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανάγκες του Στρατού η Αεροπορία είχε μετατρέψει σε βομβαρδιστικά ακόμα και μεταγωγικά C-47, τις γνωστές "Ντακότες".

Τα προπαρασκευαστικά πυρά του Πυροβολικού και της Αεροπορίας ήταν μόνοι η αρχή...

Στις 6:30 π.μ. της 10ης Αυγούστου, η 22α Ταξιαρχία αρχίζει την επίθεσή της καταλαμβάνοντας ύστερα από πέντε ώρες σκληρού αγώνα τα οχυρά σημεία 1585 και Πολενάτα .

Από τον διάδρομο που άνοιξαν οι ηρωικώς μαχόμενοι άνδρες της Ταξιαρχίας, διεισδύει η XI Μεραρχία με την Ε' Μοίρα Ορεινών Καταδρομών και το πρωί της επόμενης ημέρας βρίσκει τους άνδρες του Στρατού κυρίους της οχυρής θέσης Τσούκα και πλησίον του υψώματος Λέσιτς, πίσω ακριβώς από τους αντάρτες.

Το ίδιο βράδυ, η III Μεραρχία Καταδρομών ορμά αιφνιδιαστικά στο εσωτερικό της τοποθεσίας που κατέχουν οι αντάρτες και την 11η Αυγούστου οι ΛΟΚατζήδες καταλαμβάνουν το ιδιαιτέρως σημαντικό ύψωμα Μπάρο, προσβάλλοντας ταυτόχρονα το ύψωμα Λέσιτς από το νότο, την ώρα που εναντίον του Λέσιτς επιτίθεται άλλη Μοίρα Καταδρομών με ορμητήριο την περιοχή Κουλκουθούρια. Η μάχη συνεχίζεται το ίδιο λυσσαλέα μέχρι την 16η Αυγούστου, οπότε οι αντάρτες "σπάνε" και το Βίτσι πέφτει στα χέρια του Στρατού μαζί με το μεγαλύτερο μέρος του βαρέως πολεμικού υλικού των ανταρτών και τις εγκαταστάσεις της κυβέρνησής τους.

Οι περισσότεροι αντάρτες καταφεύγουν όπως- όπως στο αλβανικό έδαφος, όμως πολλοί ιστορικοί εκτιμούν ότι με την κατάληψη του "φρουρίου" Βίτσι, ο αγώνας κατά των ανταρτών είχε ήδη κριθεί

16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1943 Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΕΝΟΥ ΑΡΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ


Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Στέφανο Παππά, η μηχανοκίνητη μονάδα ναζιστικών στρατευμάτων από τη Φιλιππιάδα, με την εντολή της Διοίκησης Ιωαννίνων, εισέβαλε στο χωριό Κομμένο της Άρτας τα χαράματα της 16ης Αυγούστου 1943, με το πρόσχημα των αντιποίνων για την ύπαρξη ανταρτών του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ στην περιοχή. Το χωριό κοιμόταν ήσυχο μετά από γαμήλια γιορτή πού είχε γίνει την προηγούμενη ημέρα. Στο χωριό υπήρχαν και ορισμένοι φιλοξενούμενοι από την Πρέβεζα. Την εποχή εκείνη πρακτικά το Κομμένο ανήκε στο Νομό Πρέβεζας με θαλάσσια επικοινωνία. Τα ναζιστικά στρατεύματα προέβησαν σε μια άνευ προηγουμένου σφαγή του άμαχου πληθυσμού. Έστησαν πολυβόλα στις εισόδους του χωριού, εισέβαλαν στα σπίτια και σκότωσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους και στο τέλος έβαλαν φωτιά και τα έκαψαν. Λίγοι ξέφυγαν με βάρκες στον Αμβρακικό Κόλπο. Στο τέλος της σφαγής οι ναζί στρατιώτες κάθισαν στην πλατεία του χωριού όπου έφαγαν και ήπιαν μπύρες αφήνοντας εκεί άδειες κονσέρβες, δίπλα σε 7 πτώματα. Συνολικά οι νεκροί της σφαγής ήταν 317 άτομα. Διασώθηκαν 440 άτομα. Η σφαγή του Κομμένου Άρτας είναι ισοδύναμη με αυτή των Καλαβρύτων και του Διστόμου. Ο αείμνηστος Στέφανος Παππάς, μετέπειτα γυμνασιάρχης, από το Κομμένο, νεαρός τότε επέζησε της σφαγής και έγραψε βιβλίο με πλήρη περιγραφή των γεγονότων. Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του είναι το εξής: «Οι πρώτοι προστρέξαντες μετά την ανθρωποσφαγή Γρηγόρης Κολιοκώτσης και Ευστάθιος Κολιοκώτσης, ευρήκαν τις δύο ξαδέρφες των Αθηνά και Θεοδοσία νεκρές από σφαίρες πιστολιού και φανερότατα τα ίχνη του βιασμού. Αλλα παραδείγματα μακαβρίου εγκληματικότητας είναι τα δύο μωρά του μακαρίτη Ευστάθιου Κολιοκώτση ηλικίας 7 μηνών, που ευρέθηκαν νεκρά από ασφυξία, γιατί οι κακούργοι εγέμισαν τα στόματά των με βαμβάκι βρεγμένο με βενζίνη και κατόπιν το άναψαν για να απολαύσουν ένα σαδιστικό πυροτέχνημα. Ευρέθη επίσης ο δεύτερος παππάς του χωριού Ζώης Παππάς σκοτωμένος με μαχαίρι και με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς. Ως επισφράγισμα της θηριωδίας των ανωτέρω αναφέρω ένα πρωτάκουστο κακούργημα. Η ετοιμογέννητη Παναγιώτα σύζυγος του Λεωνίδα Τσιμπούκη βρέθηκε νεκρή με την κοιλιά ξεσχισμένη και το έμβρυο νεκρό δίπλα της, όπως βεβαιώνει ο αυτόπτης μάρτυρας Θεόδωρος Σταμάτης…». (Στέφανος Παππάς, 1996 και Γκούβας Χαράλαμπος, 2009).
Σύμφωνα με μιά δεύτερη παραλλαγή των γεγονότων, το έργο της σφαγής ανατέθηκε στο 98ο Σύνταγμα του συνταγματάρχη Γιόζεφ Ζάλμινγκερ. Το ξημέρωμα της 16ης Αυγούστου 100 άνδρες του 12ου λόχου με επικεφαλής των υπολοχαγό Ρέζερ οπλισμένοι με όλμους, πολυβόλα, χειροβομβίδες και αυτόματα όπλα περικύκλωσαν το χωριό. Η τελευταία εντολή που πήραν από τον Ρέζερ, σύμφωνα με μαρτυρία ενός από τους στρατιώτες, ήταν να μην αφήσουν τίποτα όρθιο. Οι άντρες της Βέρμαχτ εκτέλεσαν κατά γράμμα την εντολή. Οι στρατιώτες σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Έμπαιναν στα σπίτια των αιφνιδιασμένων χωρικών και ξεκλήριζαν ολόκληρες οικογένειες. Χαρακτηριστικό είναι οτι 20 οικογένειες ξεκληρίστηκαν μέχρις ενός. Επί 9 ώρες οι Γερμανοί σκότωναν, βίαζαν, έκαιγαν και κατέστρεφαν οτι υπήρχε στο διάβα τους. Όταν αποχώρησαν είχαν αφήσει πίσω τους 317 νεκρούς μεταξύ των οποίων 97 νήπια και παιδιά μέχρι 15 χρονών και 119 γυναίκες. H σφαγή έγινε μια μέρα μετά το πανηγύρι του χωριού για τη γιορτή της Παναγίας.

16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1916 ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ


Ο Ελ. Βενιζέλος επεδίωκε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Οι Αγγλογάλλοι όμως απέβλεπαν στη συμμαχία ή ουδετερότητα της Βουλγαρίας και Τουρκίας (κάτι που δεν κατάφεραν) και απέρριπταν προς το παρόν τις προτάσεις του Βενιζέλου.
Στη φιλοαντατική πολιτική του Βενιζέλου θα εναντιωθεί το Παλάτι, όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πλευρό των Συμμάχων στην επιχείρηση των Δαρδανελίων (Φεβρουάριος 1915).
Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις, που διορίζονται στη συνέχεια, δiμιουργούν κλίμα πόλωσης, διαιρώντας την Ελλάδα σε δύο παρατάξεις -φιλοβασιλικών και φιλοβενιζελικών-, κάτι που θα συντελέσει στη γένεση και άνδρωση του εθνικού διχασμού με όλα τα μεταγενέστερα επακόλουθα του.
Στις 16 Αυγούστου 1916 γίνεται το Κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη, που το υποστηρίζει ο συμμαχικός στρατός, που έχει στο μεταξύ αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη. Ο Βενιζέλος τίθεται επικεφαλής του κινήματος.
Στις 24 Νοεμβρίου 1916 η ολοκληρωμένη Προσωρινή Κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.
Η Ελλάδα, το 1916, είχε κοπεί στα δύο: Από τη μια μεριά το κράτος της Θεσσαλονίκης απεφάσιζε να διενεργηθεί στρατολογία σε μεγάλη κλίμακα και οργάνωνε την μεραρχία του Αρχιπελάγους και κατόπιν τις μεραρχίες Κρήτης και Σερρών. Από την άλλη μεριά η κυβέρνηση των Αθηνών αντιπαρατασσόταν στους οπαδούς του Βενιζέλου. Στην προσπάθεια των Συμμάχων να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τη νότια Ελλάδα, τα Γαλλικά θωρηκτά έμπαιναν στον Πειραιά και αποβίβαζαν 3000 άνδρες, ενώ βομβάρδιζαν περιοχές της Αθήνας γύρω από το Στάδιο και κοντά στα Ανάκτορα.
Μετά από τελεσίγραφο των συμμάχων ο βασιλιάς αποσύρεται από το θρόνο, χωρίς να παραιτηθεί τυπικά, στις 15 Ιουνίου 1917, και φεύγει στην Ελβετία αφήνοντας στη θέση του το δευτερότοκο γιο του Αλέξανδρο. Ο Βενιζέλος έρχεται στην Αθήνα και σχηματίζει κυβέρνηση στις 13 Ιουνίου. Στις 15 Ιουνίου κηρύσσει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις επισημοποιώντας την ανάλογη πράξη της προσωρινής κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης