ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΛΑΟΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ.

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ 10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1903 Συγκροτείται στην Αθήνα επιτροπή για την ενίσχυση του Μακεδονικού Αγώνα

Στα τέλη του 19ου αιώνα οι Βούλγαροι μετά την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας και την ανάπτυξη της Εξαρχίας, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να προσαρτήσουν και τη Μακεδονία με τη δικαιολογία ότι αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους από τους Τούρκους και με το σύνθημα «Η Μακεδονία για τους Μακεδόνες» στηρίχθηκαν στους Σλαβόφωνους πληθυσμούς της Μακεδονίας και προσπάθησαν να αλλοιώσουν το φρόνημα και την εθνική συνείδηση των Μακεδόνων. Για το σκοπό αυτό ίδρυσαν δύο κομιτάτα στη Βουλγαρία και έστελναν στη Μακεδονία οπλισμένες οργανωμένες ομάδες, τους κομιτατζήδες, που σύντομα εξαιτίας της αντίδρασης του πληθυσμού κατέφυγαν σε δολοφονίες, ομαδικές σφαγές, εμπρησμούς, κ.α. 
 Το 1902 η Μακεδονία είχε γεμίσει από κομιτατζήδες. Παρόλα αυτά οι Έλληνες δεν τους ακολούθησαν και οι Τούρκοι στράφηκαν εναντίον όλων. Η Τουρκία αναγκάστηκε υπό την πίεση της Αυστρία και της Ρωσίας να χωρίσει την περιοχή σε 5 ζώνες (Σκοπίων, Μοναστηρίου, Θεσσαλονίκης, Σερρών, Δράμας) με ξένους διοικητές. Στο μεταξύ η δραστηριότητα των Βουλγάρων συνεχιζόταν με όλο και μεγαλύτερη ένταση. Στρέφονταν κυρίως εναντίον των προκρίτων και των δασκάλων, αλλά και εναντίον των άοπλων πληθυσμών. Ολόκληρα χωριά ξεκληρίστηκαν ή αναγκάστηκαν να γίνουν εξαρχικά.

Όπως ήταν φυσικό η αντίδραση της Ελλάδας εκδηλώθηκε νωρίς από τον 19ο αιώνα. Η Εθνική Εταιρεία οργάνωσε τότε αντάρτικες ομάδες, κυριότερη από τις οποίες ήταν του καπετάνιου Μπρούφα. Στα Νοτιοδυτικά επίσης της Μακεδονίας δρούσαν μικρές αντάρτικες ομάδες ντόπιων. Λόγω της ήττας του 1897 οι ελληνικές κυβερνήσεις κατά το διάστημα 1897-1904, που είχε αρχίσει ο ένοπλος αγώνας των Μακεδόνων, δίσταζαν και αδρανούσαν να επέμβουν. Έτσι η αντίσταση αφέθηκε στους ντόπιους οπλαρχηγούς και στις πρωτοβουλίες του Πατριαρχείου. Με την άνοδο το 1990 στο θρόνο του Πατριαρχείου του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, άρχισαν να τοποθετούνται στη Μακεδονία νέοι, δραστήριοι ιεράρχες, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον Μακεδονικό Αγώνα.
Η κατάσταση αναταραχής στη Μακεδονία συνεχιζόταν και στην ύπαιθρο κυρίως επικρατούσε μεγάλη ανασφάλεια. Συχνά οι κάτοικοι αναγκάζονταν να προσφύγουν στις Τουρκικές Αρχές για να ζητήσουν προστασία από τους Κομιτατζήδες.
Στην Ελλάδα, παρά την αδιαφορία των κυβερνήσεων για την κατάσταση στη Μακεδονία, υπήρχε πάντα το ενδιαφέρον μερικών ανθρώπων για τον Αγώνα, που είχε αρχίσει. Διάφορες οργανώσεις φρόντιζαν για την εκπαίδευση , τα σχολεία, και τους δασκάλους. Και μόνο το 1903, όταν οι ενέργειες των κομιτατζήδων είχαν πια ενταθεί και φθάσει στο απροχώρητο, το επίσημο ελληνικό κράτος αποφάσισε την ίδρυση του Μακεδονικού Κομιτάτου με πρόεδρο τον Καλαποθάκη και τον διορισμό του Λάμπρου Κορομηλά ως Γενικού Προξένου Θεσσαλονίκης. Στην Αθήνα η οικογένεια του Στέφανου Δραγούμη, που καταγόταν από τη Μακεδονία, είχε γίνει το κέντρο ειδήσεων για τη Μακεδονία και το 1902 ο γιός του Στέφανου Ίωνας Δραγούμης τοποθετήθηκε υποπρόξενος στη Μακεδονία. Σο σπίτι των Δραγούμηδων μεγάλωσε το ενδιαφέρον γι αυτόν τον αγώνα, ενός άλλου που από νωρίς είχε δεί καθαρά τι συνέβαινε στη Μακεδονία, του Παύλου Μελά.

Το καλοκαίρι του 1903 αποφασίστηκε αποστολή έντεκα Κρητικών προς τον Καραβαγγέλη, ύστερα από επίμονες ενοχλήσεις του. Την επόμενη χρονιά στάλθηκαν 4 αξιωματικοί εφοδιασμένοι με πλαστά διαβατήρια και ψεύτικα ονόματα για να διαπιστώσουν εάν χρειαζόταν βοήθεια από ην Ελλάδα. Οι Αξιωματικοί αυτοί με επικεφαλή τον Αλέξανδρο Κοντούλη (Σκούρτης) Παύλος Μελάς (Ζέζας), Αναστάσιος Παπούλιας (Τάσος) και Γεώργιος Κολοκοτρώνης (Πάνος) μαζί με Κρητικούς συνοδούς αναχώρησαν με άδεια για την Μακεδονία. Επειδή όμως έγιναν αντιληπτοί από τους Τούρκους αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Αθήνα.

Γ. Βαρνακιώτης: Ο πορθητής του Αγρινίου


Ο Γεώργιος Βαρνακιώτης, οπλαρχηγός της Επανάστασης του 1821, κατάγονταν από παλιά οικογένεια αρματολών. Ήταν έγγονος του αρματολού Γιάννου Βαρνακιώτη, που μετά την αποτυχία της επανάστασης του Ορλώφ (1770 - 74) είχε καταφύγει στη Ρωσία, και γιος του Νικολού Βαρνακιώτη. Το επώνυμό του ήταν αρχικά Γεωργάκης Νικολού (από το όνομα του πατέρα του). Γεννήθηκε στο Βάρνακα Ξηρομέρου (εξ ού και το Βαρνακιώτης) το 1780 και πέθανε στο Μεσολόγγι το 1842. Το 1800 ο Γεώργιος Βαρνακιώτης διαδέχτηκε τον πατέρα του στο αρματολίκι του Ξηρομέρου σε ηλικία 20 χρονών. Από το αρματολίκι του Ξηρομέρου, που ανήκε στην περιοχή της δικαιοδοσίας του Αλή πασά των Ιωαννίνων, ο Γεώργιος Βαρνακιώτης βρισκόταν σε επικοινωνία με άλλους οπλαρχηγούς καθώς και με τους Σουλιώτες. Το 1807 πήρε μέρος μαζί με άλλους οπλαρχηγούς της Ρούμελης και με εκπροσώπους των Σουλιωτών στη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη Λευκάδα με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια με σκοπό την αντιμετώπιση των επιδιώξεων του Αλή πασά στην περιοχή. Στη συνάντηση αυτή πρέπει ίσως να αποδοθεί η εκτίμηση που εκδήλωσε αργότερα ο Καποδίστριας, ως κυβερνήτης της Ελλάδας, προς το Βαρνακιώτη, που παρά την ηρωική δράση του κατά τον Αγώνα είχε συκοφαντηθεί για συνεργασία με τους Τούρκους.

Στο τέλος Ιανουαρίου του 1821, ο Βαρνακιώτης πήρε και πάλι μέρος σε σύσκεψη στη Λευκάδα, που έγινε με υπόδειξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και στην οποία συμμετείχαν και άλλοι φιλικοί οπλαρχηγοί της Στερεάς ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Δημ. Μακρής, ο Γεώργιος Τσόγκας, καθώς και οι απεσταλμένοι των Πελοποννησίων Ηλίας Μαυρομιχάλης και των Υδραίων Γιακουμάκης Τομπάζης. Στη σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε να ανατεθεί η εξέγερση της ανατολικής Ρούμελης στον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Πανουργιά και της δυτικής Ρούμελης στο Βαρνακιώτη και στον Τσόγκα. Ωστόσο η επανάσταση στην περιοχή της Ακαρνανίας και της Αιτωλίας δεν άρχισε παρά μόνο το Μάιο, δύο μήνες δηλαδή μετά την κήρυξη της στην Πελοπόννησο και την Ανατολική Στερεά. Οι λόγοι της καθυστέρησης αυτής οφείλονται, βέβαια, και στο γεγονός ότι η περιοχή βρί­σκεται κοντά στην 'Ηπειρο, όπου υπήρχαν ισχυρές τουρκικές δυνάμεις, αλλά ο κυριότερος λόγος ήταν, κατά τον ιστορικό του Αγώνα Ιωάννη Φιλήμονα, η αναποφασιστικότητα του Βαρνακιώτη, που δεν ήταν άσχετη και με τη φιλία του με τον Ομέρ Βρυώνη. Κατά το Φιλήμονα επίσης, ο Βαρνακιώτης «αναποφάσιστος εδείκνυτο ως προς τον πόλεμον και μάλλον την αποτυχίαν αυτού εθεώρει αναπόφευκτον ως εκ των μικρών δυνάμεων της Ελλάδος». Οι νίκες όμως των Ελλήνων στη Γραβιά και στο Βαλτέτσι (στις 8 και 12 Μαΐου) ενθάρρυναν το Βαρνακιώτη και στις 25 Μαΐου από το Ξηρόμερο απηύθυνε επαναστατική προκήρυξη, με την οποία καλούσε κυρίως τους προεστούς αλλά και όλους τους κατοίκους του Ξηρομέρου να αγωνιστούν για την ελευθερία. Το περιεχόμενο της προκήρυξης αυτής αποκαλύπτει την, έστω και καθυστερημένη, αισιοδοξία του αρματολού της δυτικής Ρούμελης, αλλά και την επιρροή που ασκούσε στους πληθυσμούς της περιοχής. Λίγες ημέρες αργότερα ο Βαρνακιώτης με αξιόλογη δύναμη Ξηρομεριτών πήρε μέρος στην πολιορκία της σημαντικότερης πόλης της περιοχής, του Βραχωριού (Αγρίνιο), την οποία με άλλους οπλαρχηγούς κατέλαβε και απελευθέρωσε (11 Ιουνίου), και συνέχισε τη δράση του με αξιόλογες επιτυχίες ως το φθινόπωρο του 1821.

Η άφιξη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου στη δυτική Στερεά Ελλάδα (Ιούλ. 1821) υπήρξε αποφασιστική για την πορεία του Βαρνακιώτη. Ο Φαναριώτης πολιτικός επιδίωξε και κατόρθωσε να προσεταιριστεί τους προκρίτους του Μεσολογγίου και τους αγωνιστές Ανδρέα Ίσκο*, Δημήτριο Μάκρη κ.ά., όχι όμως και το Βαρνακιώτη, που ήταν ο σημαντικότερος ίσως από τους οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς. Και ενώ ο Βαρνακιώτης είχε σπεύσει στην περιοχή της Άρτας, με τους οπλαρχηγούς Ίσκο, Μάκρη, Τσόγκα, για να ενισχύσει τον αγώνα των Σουλιωτών στα μέσα Νοεμβρίου, ο Μαυροκορδάτος τον αγνόησε στη συνέλευση της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος που συγκλήθηκε στο Μεσολόγγι στις 4 Νοεμβρίου, αν και είχαν κληθεί ο Μακρής και άλλοι οπλαρχηγοί. Στη θέση του Βαρνακιώτη βρέθηκε ο «επίτροπος» του Νικολάκης Θάνου, σχεδόν άγνωστος στην ιστορία του Αγώνα. Αν και η ρήξη μεταξύ Μαυροκορδάτου και Βαρνακιώτη φάνηκε τότε οριστική, ο τελευταίος εξακολούθησε να μετέχει στον Αγώνα χωρίς διακοπή, και τον Ιούνιο του 1822 πολέμησε στο Κομπότι της 'Αρτας και στο Πέτα, πλάι στο Μάρκο Μπότσαρη, το Δήμο Τσέλιο και τον Ανδρέα 'Ισκο.

Μετά την καταστροφή στο Πέτα η απειλή για τη δυτική Ελλάδα ήταν σοβαρή. Στις αρχές Αυγούστου 1822 ο Βαρνακιώτης με τις δυνάμεις του παρατάχθηκαν στη ράχη του Προφήτη Ηλία, απέναντι ακριβώς από τον Αετό του Ξηρομέρου, από όπου θα περνούσαν τα τουρκικά στρατεύματα του Κιουταχή στην πορεία τους προς τη νότια Ελλάδα. Η μάχη ανάμεσα τους έληξε με νίκη του Βαρνακιώτη (10 Αύγ.), που ανάγκασε τους Τούρκους να συμπτυχθούν. Η επιτυχία του αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία μιας νέας συνεργασίας των δυνάμεων της Δυτικής Ελλάδας, ο Μαυροκορδάτος όμως τον κατηγόρησε ότι δεν εκμεταλλεύτηκε όσο έπρεπε τη νίκη. Από το άλλο μέρος ο Βαρνακιώτης αντιμετώπιζε με καχυποψία ορισμένες ενέργειες του Μαυροκορδάτου, αλλά και δυσπιστούσε στη στάση άλλων οπλαρχηγών, όπως του Μάρκου Μπότσαρη και του Γεωργίου Τσόγκα, επειδή δεν τον βοήθησαν στη μάχη του Αετού. Ωστόσο οι στρατιωτικές ικανότητες του Βαρνακιώτη δεν ήταν δυνατό να αγνοηθούν, και γι' αυτό ο Μαυροκορδάτος αποφάσισε να τον χρησιμοποιήσει. 'Ηταν ο μόνος που μπορούσε να προχωρήσει σε παραπλανητικές συνεννοήσεις με τους Τούρκους, αλλά και ο μόνος που μπορούσε να τους αναχαιτίσει. Έτσι στις 17 Σεπτεμβρίου ο Βαρνακιώτης «δια την εις τα πολεμικά εμπειρίαν του και δια τον υπέρ πατρίδος διακαή ζήλον του» διορίστηκε από το Εκτελεστικό Σώμα στρατηγός που θα είχε «την γενικήν διεύθυνσιν όλων των στρατιωτικών επιχειρήσεων εις την περιφέρειαν της Δυτικής χέρσου Ελλάδος». Λίγο αργότερα όμως μια αποτυχία του στο Λουτράκι της Βόνιτσας, όπου συγκρούστηκαν οι Έλληνες με τον Κιουταχή και τον Ομέρ Βρυώνη, αποδόθηκε σε προδοτική ενέργεια του, επειδή λίγο προηγουμένως οι Τούρκοι αρχηγοί τον είχαν καλέσει να προσχωρήσει σ αυτούς με σημαντικά ανταλλάγματα. Το γεγονός όμως αυτό ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός το είχε ήδη πριν από τη μάχη γνωστοποιήσει στο Μαυροκορδάτο.

Ο Βαρνακιώτης είχε άλλωστε αποδείξει ως εκείνη τη στιγμή ότι δε δεχόταν καμιά συζήτηση με τους Τούρκους και γι' αυτό είχε αποκρούσει μια πρώτη πρόταση του Μαυροκορδάτου να διαπραγματευθεί παραπλανητικά μαζί τους. Σε νεότερη όμως συνάντηση του με το Μαυροκορδάτο ο Βαρνακιώτης, παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις που πρόβαλε, δέχτηκε τελικά να προχωρήσει σε πλαστές διαπραγματεύσεις, αν του έδιναν γραπτή εντολή. 'Ύστερα από το «έγγραφον αποστολής» που υπέγραψε ο Μαυροκορδάτος, η συνάντηση του Βαρνακιώτη με τον Ομέρ Βρυώνη πραγματοποιήθηκε στην Άρτα, και ο Βαρνακιώτης δήλωσε υποταγή. Η παραμονή του όμως κοντά στους Τούρκους πασάδες, περισσότερο από όσο απαιτούσε η περίσταση, δημιούργησε νέες υποψίες, που ενισχύθηκαν και από άλλα περιστατικά και από φήμες που διέδιδαν οι αντίπαλοι ή οι αντίζηλοι του. Η στάση του Βαρνακιώτη στην περίοδο αυτή έχει απασχολήσει τους ιστορικούς, και οι απόψεις που έχουν διατυπωθεί διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον αγωνιστή Καρπό Παπαδόπουλο, που αφιέρωσε στην υπόθεση του Βαρνακιώτη ένα έργο του δημοσιευμένο το 1861, φαίνεται ότι ο στρατηγός της Δυτικής Ελλάδας ήταν θύμα των ραδιουργιών και των επιβουλών του Μαυροκορδάτου. Κατά τον Παπαδόπουλο πάντοτε, ο Βαρνακιώτης όχι μόνο βοήθησε επανειλημμένα τους Έλληνες, ενώ βρισκόταν κοντά στους Τούρκους, αλλά και πολλές φορές προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να αποκρούσει τις συκοφαντίες του Μαυροκορδάτου. Γεγονός παραμένει ότι με την απουσία του Βαρνακιώτη από τον Ελληνικό αγώνα, χάθηκε ένα από τα σημαντικότερα στελέχη της Επανάστασης στη Δυτική Ελλάδα. Έτσι ενώ η Γερουσία Δυτικής Χέρσου Ελλάδος που έδρευε, όπως είναι γνωστό στο Βραχώρι, στις 22-2-1822 τον είχε εκλέξει στρατηγό (βλέπετε κατωτέρω το δημοσιευόμενο αντίγραφο), στις 11 Οκτωβρίου 1822 με νέο έγγραφό της διόρισε στη θέση του το Μάρκο Μπότσαρη "αντί του επαράτου Γεωργίου Νικολού Βαρνακιώτη", όπως ειπώθηκε.

Ο Βαρνακιώτης από τα Επτάνησα που είχε καταφύγει μετά την αποκήρυξή του προσπάθησε με επανειλημμένες αναφορές να αποδείξει την αθωότητα του. Τελικά η αποκατάσταση του έγινε το Δεκέμβριο του 1827, και έτσι ο παλιός οπλαρχηγός πήρε μέρος στις τελευταίες επιχειρήσεις που απέβλεπαν στην οριστική απομάκρυνση των υπολειμμάτων των Τούρκων από τη Στερεά. Εξάλλου η εμπιστοσύνη του Καποδίστρια προς το Βαρνακιώτη ήταν απόλυτη. Τον ονόμασε χιλίαρχο, και το 1830 πρόεδρο του «Στρατιωτικού Δικαστηρίου» της Δυτικής Ελλάδας. Τον επόμενο χρόνο εκλέχτηκε πληρεξούσιος της επαρχίας Ξηρομέρου στην Ε' Εθνική Συνέλευση. Τέλος το 1836 με την απονομή νέων βαθμών του απονεμήθηκε από το βασιλιά 'Οθωνα ο βαθμός του αντισυνταγματάρχη.

10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1825 Το εγχείρημα της Αλεξάνδρειας


Ο Κανάρης πραγματοποίησε επιθέσεις στα μικρασιατικά παράλια, αλλά χωρίς μεγάλη επιτυχία. Δεν μπόρεσε, επίσης, να κάνει τίποτε όταν το 1824 ο Χοσρέφ-Μεχμέτ Πασάς κατέστρεψε τα Ψαρά. Όμως, τον Αύγουστο του 1824 πυρπόλησε μια μεγάλη φρεγάτα του Χοσρέφ στη Σάμο και μια κορβέττα στη Μυτιλήνη. Η έλλειψη πόρων, ωστόσο, αποσυντόνισε το ναυτικό των Ελλήνων. Οι ναύτες έπαιρναν τα πλοία, σήκωναν όποια σημαία ήθελαν και επιδίδονταν στην πειρατεία. O Κανάρης κατάφερνε να επιβάλλει την πειθαρχία στα δικά του πληρώματα. Αλλά κι αυτός μέσα σ' αυτό το καθεστώς αναρχίας παραλίγο να σκοτωθεί το 1825 στην Αίγινα, την εποχή που η Μπουμπουλίνα έχανε τη ζωή της στις Σπέτσες κατά τη διάρκεια μιας οικογενειακής διαμάχης.

Ο Κανάρης εισηγήθηκε στη Διοίκηση ένα παράτολμο εγχείρημα. Ο Μωχάμετ Άλη είχε συγκεντρώσει στην Αλεξάνδρεια περίπου 60 μεγάλα πολεμικά και τριπλάσια φορτηγά πλοία. Μ' αυτά προετοίμαζε το καλοκαίρι του 1825 να στείλει στρατό στην επαναστατημένη Ελλάδα (ο οποίος στρατός χρησιμοποιήθηκε αργότερα στην άλωση του Μεσολογγίου). Το σχέδιο του Κανάρη προέβλεπε να πάνε κάποια ελληνικά πλοία στην Αλεξάνδρεια και να κάψουν τον αιγυπτιακό στόλο. Έτσι θα σταματούσε και το λαθρεμπόριο που έκαναν Γάλλοι, φίλοι του Μωχάμετ Άλη, σε βάρος του ελληνικού αγώνα. Το σχέδιο εγκρίθηκε και η αρχηγία του ελληνικού στόλου ανατέθηκε στον πλοίαρχο Μανόλη Τομπάζη.

Στις 10 Αυγούστου 1825, ο Τομπάζης και ο Αντώνιος Κριεζής, μαζί με τα πυρπολικά του Ανδρέα Μιαούλη, του Μανώλη Μπούτη και του Κανάρη, έφθασαν έξω από την Αλεξάνδρεια. Την έκτη εσπερινή ώρα που έφθασαν προ της Αλεξάνδρειας, έπλεε μεν ούριος άνεμος αλλά για να μπουν μέσα στο λιμάνι χρειάζονταν κάποιον πιλότο επειδή υπήρχαν πολλοί ύφαλοι.

Ο Κανάρης θεώρησε ότι έπρεπε να επιτεθεί άμεσα γιατί ήταν τέτοια η διάταξη των αιγυπτιακών πλοίων που με τον άνεμο ο οποίος φυσούσε, θα υφίσταντο πανωλεθρία σε μια επίθεση με πυρπολικά. Εξαπατώντας τον πιλότο, ύψωσε ρωσική σημαία και μπήκε μόνος του στο λιμάνι. Προσπάθησε να πλησιάσει τον εχθρικό στόλο αλλά ο άνεμος έπεσε ξαφνικά, οπότε άρχισε να κόβει βόλτες μέσα στο λιμάνι, προσπαθώντας να φθάσει στον μυχό. Όταν βρέθηκε δίπλα στο γαλλικό πολεμικό "Μέλισσα", κατάλαβε ότι είχε γίνει αντιληπτός. Έβαλε λοιπόν φωτιά στο πυρπολικό, μπήκε με τους ναύτες του στη βάρκα διαφυγής και προσπάθησε να βγει απ' το λιμάνι. Το πλήρωμα της "Μέλισσας" άρχισε να πυροβολεί και το πυρπολικό και τη βάρκα του Κανάρη. Ο άνεμος δυνάμωσε και το πυρπολικό, καιόμενο, πλησίασε τον αιγυπτιακό στόλο απειλητικά. Ο πλοίαρχος Αργκύς, κυβερνήτης της "Μέλισσας" έγραψε στην έκθεσή του: "Εάν το πλοίον αυτό προσκολλάτε κατά κακήν μοίραν εις την φρεγάταν της πρωτοπορίας, η σύγχυσις ήθελε εμπέσει εις τον υπόλοιπον στόλον, τα δε άλλα δύο πυρπολικά ήθελον προσδράμει, προσβάλλοντα έτερα πλοία. Η καταστροφή θα ήτο τρομερά, ολοκληρωτική δε η νίκη των Ελλήνων. Αλλ' η Μέλισσα κατά κάποιον τρόπο τους παρημπόδισε". Ο Κανάρης, ενώ έβαλλαν εναντίον του και από τα πλοία και από παράκτια πυροβολεία, κατάφερε να διαφύγει και να φθάσει στον ελληνικό στόλο, ο οποίος είχε ήδη υψώσει ελληνική σημαία. Ο Μωχάμετ Άλη πήρε μερικά πλοία και κυνήγησε τους Έλληνες μέχρι τις ακτές της Καραμανίας χωρίς αποτέλεσμα.

Το ότι ο στόχος δεν επετεύχθη δεν οφείλεται σε λάθος του Κανάρη και ούτε μειώνει το μεγαλείο του εγχειρήματος. Οι επαναστατημένοι Έλληνες θεώρησαν την πράξη του Κανάρη πλήρη τόλμης και πατριωτισμού αλλά κάποιοι Ευρωπαίοι δυσαρεστήθηκαν και την είδαν σαν αχαρακτήριστη πειρατική πράξη λόγω της χρήσης ξένης σημαίας υπό επισήμου καταδρομέως. Η αγγλόφιλη "Εφημερίς της Ύδρας", σε μια εποχή που υπήρχαν διαμάχες για το ζήτημα της βασιλικής υποψηφιότητας (κάθε μεγάλη δύναμη ήθελε ο νέος βασιλιάς των Ελλλήνων να προέρχεται από τον δικό της βασιλικό οίκο) κατηγόρησε τους Γάλλους επειδή ο φιλοτουρκισμός τους έγινε αιτία να ματαιωθεί ένα μεγάλο απελευθερωτικό εγχείρημα.

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ


 Ο Λάμπρος Κατσώνης (1752-1804) ήταν Έλληνας ναύαρχος του ρωσικού ναυτικού, ιππότης, & ήρωας του απελευθερωτικού κινήματος του 1787.

Βιογραφία 

Γεννήθηκε στη Λειβαδιά και σε νεαρή ηλικία έλαβε μέρος στα Ορλωφικά. Το 1774 κατατάχθηκε ως αξιωματικός στο ελληνικό τάγμα του Ρωσικού στρατού, όπου ανήλθε μέχρι τον βαθμό του λοχαγού.
Με την έναρξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου, το 1787, πήγε στη Τεργέστη, όπου παρέλαβε από τους εκεί Έλληνες ομογενείς μερικά πλοία με τα οποία ξεκίνησε τις επιδρομές και τις επιθέσεις κατά των Τουρκικών στο Ιόνιο Πέλαγος. Σταδιακά επεκτάθηκε και στο Αιγαίο, όπου στις 31 Αυγούστου του 1788 στην Κάρπαθο νίκησε τον τουρκικό στόλο. Για την νίκη του αυτή προήχθη σε υποχίλιαρχο ενώ ο στόλος του ονομάστηκε «στόλος της Ρωσικής αυτοκρατορίας». Το 1790 συγκρούστηκε για μια ακόμη φορά με τον Τουρκικό στόλο, στη ναυμαχία της Άνδρου, αλλά ηττήθηκε χάνοντας τα περισσότερα πλοία του, ενώ ο ίδιος τραυματίστηκε. Κατέφυγε στα Κύθηρα, όπου η αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄ τον προήγαγε σε χίλιαρχο και τον διέταξε να συντονίσει τη δράση του με τον Ρωσικό Αυτοκρατορικό στόλο στη Μεσόγειο. Κατάφερε να συγκεντρώσει στην Ιθάκη 24 πλοία, όμως πριν αναχωρήσει έφτασαν τα νέα για την ανακωχή μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων Αυτοκρατοριών, που συνομολογήθηκε στις 11 Αυγούστου του 1791 με την εντολή να αναστείλει κάθε δραστηριότητα.
Αρνούμενος να υπακούσει στις διαταγές των ανωτέρων του κατέφυγε στη Μάνη, όπου άρχισε να οργανώνει επαναστατικό κίνημα. Εν τω μεταξύ είχε υπογραφεί η Συνθήκη του Ιασίου (1792), με την οποία η Τουρκία και η Ρωσία συμφιλιώθηκαν. Τότε, τον Μάιο του 1792, εξέδωσε το μανιφέστο "Φανέρωσις του εξοχότατου χιλιάρχου και ιππέος Λάμπρου Κατσώνη", με το οποίο διαμαρτυρόταν για την ρωσοτουρκική ειρήνη, κατηγορώντας τη ρωσική πολιτική, η οποία είχε αγνοήσει τους Έλληνες και τον αγώνα τους για ανεξαρτησία. Συνέπεια αυτού ήταν η Μεγάλη Αικατερίνη να του αφαιρέσει τον βαθμό και να του απαγορεύσει να κάνει χρήση της ρωσικής σημαίας.
Παρά την άσχημη αυτή τροπή τον Απρίλιο του 1792 ο Λ. Κατσώνης κατέπλευσε στο Πορτοκάγιο, του οποίου το λιμάνι άρχισε να οχυρώνει μαζί με τον Ανδρούτσο. Όμως η Γαλλία, φοβούμενη για τα εμπορικά της συμφέροντα, αφού από την περιοχή περνούσαν αρκετά γαλλικά εμπορικά πλοία, δύο γαλλικά πολεμικά μονόκροτα με τη συνεργασία 30 Τουρκικών πλοίων επιτέθηκαν κατά του στόλου του Κατσώνη τον Ιούνιο του 1792. Μετά από τρεις μέρες αντίσταση και δεινή σφαγή όσοι αποβιβάζονταν από τους πολεμίους αφού είχε σχεδόν χάσει την μάχη, με δώδεκα συντρόφους του διέπλευσε στα Κύθηρα, έπειτα με την προτροπή του Ηγεμόνα της Μάνης Τζανέτου Γρηγοράκη απέπλευσε για την Ιθάκη, όπου μέσω Πάργας στη συνέχεια επέστρεψε στη Ρωσία και συγκεκριμένα στην Αγία Πετρούπολη, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα με την οικογένεια του. Εκεί αν και δεν έτυχε εκ μέρους της Αυτοκράτειρας ευμενούς υποδοχής στη συνέχεια έχαιρε της εκτίμησής της, παρευρισκόμενος στις επίσημες δεξιώσεις. To 1798 του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του συνταγματάρχη. Εξαιτίας όμως της κόντρας του με τον υπουργό των ναυτικών Μορντβίνοβ δεν κατάφερε να πάρει τιμητικά προαγωγή και να ανέλθει στον βαθμό του στρατηγού. Παραιτήθηκε από τον ρωσικό στρατό το 1802. Από το 1798 είχε εγκατασταθεί στην Κριμαία, σε κτήμα που του δώρισε η αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄ έκτασης 22.000 εκταρίων, το οποίο και ονόμασε Λιβαδιά.
Ήταν παντρεμένος με την Αγγελίνα-Μαρία Σοφιανού. Είχε τρία παιδιά, από τα οποία ο πρώτος δολοφονήθηκε στη Τζια από τους Τούρκους, ο δεύτερος, ο Λυκούργος (1790  1863), πραγματοποίησε λαμπρή σταδιοδρομία στο ρωσικό στρατό φτάνοντας έως τον βαθμό του χιλιάρχου, ενώ ανήκε και στην τάξη των ευγενών, και ο τρίτος ο Αλέξανδρος, ο οποίος γεννήθηκε στην Κριμαία, έφτασε έως τον βαθμό του υπολοχαγού και αργότερα εκλέχτηκε αρχηγός των Ευγενών όλου του Νομού της Ταυρίδας. Επίσης εγγονός του Λυκούργου ήταν ο Σπυρίδων Αλεξάνδρου Κατσώνης, ο οποίος διέπρεψε ως συγγραφέας στην Ρωσία. Σημερινός απόγονος του Λάμπρου Κατσώνη είναι ο Ανατόλι Νικολάεβιτς Κατσώνης, κάτοικος Μόσχας.
Απεβίωσε το 1804, ή κατά άλλους στις αρχές του 1806, στη Κριμαία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Λάμπρος Κατσώνης ήταν πνευματικός πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Β΄ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ - ΖΑΓΚΛΗ - ΜΕΣΣΗΝΗ


Η Μεσσήνη (ιταλ. Messina) είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Σικελίας και πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας. Ιδρύθηκε από Έλληνες αποίκους ως Ζάγκλη και λίγο αργότερα πήρε το σημερινό της όνομα, προς τιμήν της πελοποννησιακής Μεσσήνης.
Ο πληθυσμός του κέντρου της πόλης μόνο ανέρχεται στους 250.000 κατοίκους ενώ μαζί με τα περίχωρα οι κάτοικοι φτάνουν τους 500.000. Η οικονομία της πόλης βασίζεται κυρίως στο λιμάνι της που εξυπηρετεί ταυτοχρόνως εμπορικούς και στρατιωτικούς σκοπούς και διαθέτει πολυάριθμα ναυπηγεία. Η γεωργική ανάπτυξη της περιοχής συνίσταται στην παραγωγή εσπεριδοειδών και λοιπόν φρούτων, λαχανικών και κρασιού.

Ιστορία 

Η πόλη ιδρύθηκε κατά την διάρκεια του 8ου αιώνα π.Χ. από Ευβοείς. Το αρχικό όνομά της πόλης ήταν Ζάγκλη, το οποίο οφειλόταν στο σχήμα του κόλπου στον οποίο ήταν χτισμένη, καθώς ζάγκλον στα αρχαία ελληνικά σημαίνει Δρεπάνι. Η παράδοση απέδιδε επίσης την ονομασία της πόλης στον μυθικό βασιλιά Ζάγκλο. Η Ζάγκλη μετονομάστηκε σε Μεσσήνη από τον τύραννο του Ρήγιου Αναξίλαο ο οποίος την κατέλαβε στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. και εγκατέστησε σε αυτή πολλούς Μεσσήνιους. Το 397 π.Χ. η Μεσσήνη καταστράφηκε από τους Καρχηδόνιους καθώς ηττήθηκε από αυτούς στην μάχη της Μεσσήνης. Στην συνέχεια η πόλη πέρασε στον έλεγχο των Συρακουσών. Το 288 πολιορκήθηκε και κατακτήθηκε από τους Μαμερτίνους μισθοφόρους. Οι Μαμερτίνοι κράτησαν την πόλη για 20 χρόνια. Επειδή εξαπέλυαν επιδρομές κατά των γειτονικών πόλεων ο τύραννος των Συρακουσών Ιέρων εκστράτευσε εναντίον τους, τους νίκησε στους Μύλους και στην συνέχεια πολιόρκησε την Μεσσήνη. Για βοήθεια οι Μαμερτίνοι στράφηκαν στην Καρχηδόνα και στην Ρώμη με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ο πρώτος Καρχηδονιακός πόλεμος. Οι Ρωμαίοι επικράτησαν και απέκτησαν τον έλεγχο της πόλης που παρέμεινε Ρωμαϊκή μέχρι την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ ΧΑΡΥΒΔΗ

Η Σκύλλα και η Χάρυβδη ήταν δυο φοβερά τέρατα της θάλασσας. Οι ναυτικοί που κινδύνευαν στα ταξίδια τους από τα απειλητικά κύματα και τις θύελλες, έπλαθαν με τη φαντασία τους μυθικές μορφές, που λυσσομανούσαν και προσπαθούσαν αγριεμένες να τους καταστρέψουν. Έτσι γεννήθηκαν τα δυο τρομακτικά αυτά τέρατα. Οι θαλασσινοί έβαζαν με το νου τους πως δεν επρόκειτο απλώς για δυνατό άνεμο και για θεόρατα κύματα. Πίστευαν ότι κάτι περισσότερο κρύβεται πίσω απ' όλα αυτά, κάποιο πλάσμα κακό στην ψυχή και τρομερό στην όψη, που γύρευε το χαμό τους· αυτό προκαλούσε όλη τη φοβερή αναταραχή και η κακοκαιρία δεν ήταν τυχαία.

Έλεγαν πως η Σκύλλα και η Χάρυβδη βρίσκονταν η μια απέναντι από την άλλη, σ' ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα που, σύμφωνα με τον Όμηρο, ονομαζόταν Πλαγκτές Πέτρες. Το πέρασμα αυτό ήταν εντελώς αδύνατο να το διασχίσει κανείς, λόγω της φοβερής κατάστασης που επικρατούσε εκεί από την παρουσία των δυο τεράτων· ούτε πουλί πετούμενο δε γλίτωνε, αν τολμούσε να το περάσει. Εκεί υπήρχαν πολλά απότομα βράχια, πολύ ψηλά και το κύμα έσκαγε πάνω τους με φοβερό θόρυβο. Το στενό αυτό το τοποθετούσαν σε διάφορα σημεία. Άλλοι έλεγαν πως ήταν ο Βόσπορος, άλλοι στο ακρωτήριο Ταίναρο κι άλλοι κοντά στα Κανάρια νησιά, εκτός Μεσογείου, δηλαδή. Οι πιο πολλοί πίστευαν πως η Σκύλλα και η Χάρυβδη κατοικούσαν στο στενό της Μεσσήνης, ανάμεσα στην Ιταλία και τη Σικελία.

Τα δυο τέρατα ήταν εγκαταστημένα σε δυο σκοπέλους. Ο ένας ήταν τόσο ψηλός, που η κορυφή του χανόταν στον ουρανό και ήταν πάντα σκεπασμένη με πυκνά μαύρα σύννεφα. Τα σύννεφα δε διαλύονταν ούτε όταν ο καιρός ήταν καλός. Όλος ο βράχος ήταν πάρα πολύ λείος, τόσο ώστε έμοιαζε σαν κάποιος να τον είχε τρίψει, για να γυαλίζει. ΄Ηταν χαμένος κόπος να προσπαθήσει κάποιος να σκαρφαλώσει πάνω του. Στη μέση του υπήρχε μια βαθιά σπηλιά, τόσο βαθιά, που ούτε το βέλος ενός τοξότη δε θα έφτανε στο τέλος της, όπως λέει ο Όμηρος. Εκεί έμενε η φοβερή Σκύλλα. Προς τα δυτικά, η σπηλιά άνοιγε προς τη μεριά του αδιαπέραστου σκοταδιού, του Ερέβους. Όταν κανείς πλησίαζε, άκουγε τη Σκύλλα να ουρλιάζει συνεχώς, βγάζοντας μια κραυγή που έμοιαζε με κλαψουρίσματα νεαρού λιονταριού.

Η Σκύλλα ήταν κρυμμένη μέχρι τη μέση της μέσα στο βάραθρο της σπηλιάς. Είχε δώδεκα παραμορφωμένα ποδάρια, που υψώνονταν στον αέρα κι έξι πάρα πολύ μακρείς λαιμούς. Τα έξι κεφάλια της ήταν φριχτά, με τρία σαγόνια το καθένα· δηλαδή το κάθε στόμα της είχε τρεις σειρές δόντια, που στάζανε δηλητήριο. Από τη σπηλιά πρόβαλλαν τα κεφάλια της, που βουτούσαν ολόγυρα στο βράχο και μέσα στο νερό. Άρπαζαν τα μεγάλα κήτη της θάλασσας, δελφίνια, σκυλόψαρα, φώκιες και τα καταβρόχθιζαν με μανία. Έτρωγαν όμως και ανθρώπους, αν κάποιο καράβι τολμούσε να διασχίσει το στενό.

Η Σκύλλα άρπαζε τόσους κωπηλάτες, όσα ήταν και τα φοβερά της στόματα. Γονείς της Σκύλλας ήταν, σύμφωνα με μια παράδοση, ο Φόρκης και η Κητώ, η οποία είχε γονείς της τον Πόντο και τη Γαία. Παιδιά τους ήταν επίσης και άλλα θαλάσσια τέρατα, όπως η Έχιδνα, οι Σειρήνες και η Θόωσσα, που συμβόλιζε τη μανιασμένη θάλασσα. Άλλοι, πάλι, έλεγαν πως γονείς της Σκύλλας ήταν ο Φόρβας και η Εκάτη ή ο Φόρκης και η Εκάτη. Η Εκάτη ήταν κόρη του Δία, συνδεόταν όμως πιο πολύ με τους ανθρώπους, παρά με τους θεούς. Το βασίλειό της ήταν η θάλασσα κι όταν δεν τριγυρνούσε, έμενε στη Σπηλιά της, όπως ακριβώς η κόρη της, η Σκύλλα.

Την Εκάτη την ονόμαζαν αλλιώς και Λάμια και ήταν μια όμορφη βασίλισσα στη Λιβύη, ευνοούμενη του Δία. Η Ήρα, για να την εκδικηθεί, τη μεταμόρφωσε σε απαίσιο τέρας, κι εκείνη γέννησε αργότερα τη Σκύλλα. Τέλος, μια άλλη παράδοση θεωρεί γονείς της τον Τυφωέα και την Έχιδνα.Η Χάρυβδη κατοικούσε στην απέναντι μεριά, όπου υπήρχε ένας δεύτερος σκόπελος, αλλά με μικρότερο ύψος. Πάνω του είχε φυτρώσει μια αγριοσυκιά και κάτω από το φύλλωμά της καθόταν το τέρας, που από το στόμα του ξερνούσε μαύρο νερό. Η Χάρυβδη μπορούσε να μετατρέπει το στενό πέρασμα σε μια τεράστια ρουφήχτρα· τρεις φορές τη μέρα ρουφούσε το νερό και τρεις φορές το ξανάβγαζε με φοβερή ταχύτητα. Έτσι, αν τύχαινε και βρισκόταν κανείς κοντά τις στιγμές που το ρουφούσε, δεν είχε ελπίδες να γλιτώσει. Ούτε καν ο ίδιος ο Ποσειδώνας δεν μπορούσε να επέμβει και να βοηθήσει τους προστατευόμενούς του.

Λίγοι μόνο ήρωες είχαν καταφέρει να ξεφύγουν από τα επικίνδυνα τέρατα. Ο Ιάσονας με το καράβι του, την Αργώ, είχε διασχίσει το πέρασμα με επιτυχία, χάρη όμως στην προσωπική φροντίδα και επίβλεψη της θεάς Ήρας. Η Αργώ έπλεε στα νερά, περικυκλωμένη από Νηρηίδες, που την προστάτευαν, ενώ πλοηγός τους ήταν η ίδια η Θέτιδα. Ο άντρας της, ο Πηλέας, ήταν ανάμεσα στο πλήρωμα, τους λεγόμενους Αργοναύτες, κι εκείνη του έδινε συνεχώς οδηγίες για το τι έπρεπε να κάνει την κάθε στιγμή.Για τον Αινεία έλεγαν ότι είχε προτιμήσει να αποφύγει το στενό και να κάνει το γύρο της Σικελίας, ώστε να μην εκτεθεί καθόλου στον κίνδυνο. Τη συμβουλή αυτή του την είχε δώσει ένας Τρώας, προικισμένος με μαντικές ικανότητες, ο Έλενος. Έμελλε αργότερα, πάντως, ν' αντικρίσει την απαίσια όψη τους, όταν θα περνούσε τις πύλες του Άδη.Ο Ηρακλής, ατρόμητος όπως πάντα, δε δίστασε ούτε στιγμή ν' αναμετρηθεί μαζί τους, όταν βρέθηκε στην περιοχή. Μετέφερε τα βόδια του Γηρυόνη και η λαίμαργη Σκύλλα του άρπαξε ένα. Τότε όρμησε γεμάτος οργή και την έκανε κομμάτια. Ο Φόρκης, ο πατέρας της, έτρεξε τότε να την ξαναφέρει στη ζωή· έκαψε πρώτα το λείψανο και κατόπιν το έβρασε κι εκείνη ξαναζωντάνεψε. Γι' αυτό και η Σκύλλα δε φοβόταν τη θεά του Κάτω Κόσμου, την Περσεφόνη, αφού πέρασε από το θάνατο και τελικά γλίτωσε.

Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Φόρκης ξανακόλλησε τα κομμάτια της Σκύλλας με αναμμένα δαυλιά.

Ο πολυμήχανος Οδυσσέας χρειάστηκε, επίσης, να περάσει ανάμεσά τους, όταν άφησε πίσω του το νησί της Κίρκης. Εκείνη είχε φροντίσει, πριν την αναχώρησή του, να του δώσει οδηγίες και συμβουλές για να ξεπεράσει τα εμπόδια στο θαλασσινό ταξίδι του. Έτσι, ο Οδυσσέας πέρασε πρώτα από τις Σειρήνες, έπειτα από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη και τέλος έφτασε στο νησί του Ήλιου, όπου έβοσκαν τα κοπάδια του Απόλλωνα. Αφού γλίτωσε από τις Σειρήνες, έπρεπε ν' αντιμετωπίσει τα δυο φριχτά τέρατα. Η Κίρκη, έχοντας υπόψη της ότι η Χάρυβδη είναι πάρα πολύ επικίνδυνη, κυρίως όταν ρουφά το νερό, ορμήνεψε τον Οδυσσέα να περάσει πιο κοντά στη Σκύλλα, έστω κι αν θα κινδύνευε να χάσει έξι άνδρες του, που θα τους άρπαζε το τέρας. Αυτό θα ήταν προτιμότερο, παρά να χαθεί ολόκληρο το καράβι στη φοβερή ρουφήχτρα της Χάρυβδης. Ο Οδυσσέας ρώτησε μήπως θα μπορούσε να πολεμήσει ο ίδιος τη Σκύλλα, βγαίνοντας αρματωμένος στην πλώρη και να υπερασπιστεί μ' αυτόν τον τρόπο το πλήρωμά του. Η Κίρκη απάντησε πως τίποτε δε θα κατάφερνε. Έκρινε πως θα ήταν καλύτερα να επικαλεστεί ο ήρωας εκείνη την ώρα το όνομα της Κραταιίδας, που, σύμφωνα με μια παράδοση, ήταν μητέρα της Σκύλλας, οπότε το θεριό θα μέρωνε. Αυτή θα ήταν η μοναδική λύση, ώστε να μην προφτάσει ν' αρπάξει κι άλλους έξι άνδρες από το πλοίο.

Όταν ο Οδυσσέας έφτασε στις Πλαγκτές Πέτρες, είχε καλά στο μυαλό του τις οδηγίες της Κίρκης. Οι άνδρες του πανικοβλήθηκαν από την αναταραχή που επικρατούσε μπροστά τους· την αδιάκοπη κίνηση του νερού, το φοβερό θόρυβο, τα κύματα και τους καπνούς. Η Χάρυβδη ρουφούσε και ξερνούσε το νερό και η θάλασσα θύμιζε ένα μεγάλο καζάνι, που έβραζε πάνω σε δυνατή φωτιά. Αχνοί σκέπαζαν τα πάντα γύρω. Από το φοβερό θέαμα τα κουπιά τους έπεσαν από τα χέρια. Ο Οδυσσέας προσπάθησε να τους δώσει θάρρος και κουράγιο και τους φώναξε να ξεμακρύνουν όσο μπορούσαν από τη Χάρυβδη. Δεν τους αποκάλυψε, όμως, τα όσα του είχε πει η Κίρκη για τη Σκύλλα και για τις έξι ζωές που έπρεπε να θυσιαστούν ώστε να σωθεί το υπόλοιπο πλήρωμα. Αν το έκανε αυτό, όλοι θα παρέλυαν εντελώς από τον τρόμο, τα πράγματα θα ξέφευγαν από κάθε έλεγχο και το καράβι θα χανόταν άδικα. Ο ίδιος ο Οδυσσέας αποφάσισε τελικά να σταθεί αρματωμένος στην πλώρη και να μην ακούσει τα λόγια της Κίρκης. Δεν κατάφερε όμως τίποτα, γιατί μέσα στην αναταραχή δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά τι γινόταν. Το μόνο που κατόρθωσε να δει ήταν ένα φοβερό θέαμα: έξι από τους πιο αντρειωμένους άνδρες του, να τους έχει αρπάξει το θεριό. Τους κρατούσε στον αέρα, όπως ο ψαράς που τραβά με την πετονιά του έξω από το νερό τα ψάρια που τσίμπησαν το δόλωμα. Ο Οδυσσέας άκουγε τις κραυγές τους· φώναζαν το όνομά του και τον καλούσαν σε βοήθεια. Τους έβλεπε να κουνούν τα χέρια και τα πόδια τους απεγνωσμένα, ώσπου χάθηκαν, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να κάνει το παραμικρό για να τους σώσει.

Ευτυχώς, το πλοίο του Οδυσσέα πρόλαβε κι απομακρύνθηκε εγκαίρως από το επικίνδυνο πέρασμα χωρίς να χαθούν κι άλλα μέλη του πληρώματος. Κάποια στιγμή έφτασαν στο νησί του Ήλιου, όπως τους είχε ήδη πει η Κίρκη. Η μάγισσα τους είχε επίσης προειδοποιήσει πως δεν έπρεπε σε καμιά περίπτωση να πειράξουν τα βόδια που έβοσκαν εκεί, γιατί ανήκαν στον Απόλλωνα· αν ο θεός το μάθαινε, η οργή του θα ήταν μεγάλη και η τιμωρία τους φοβερή. Οι σύντροφοι του Οδυσσέα όμως, ταλαιπωρημένοι και πεινασμένοι έπειτα από τόσες περιπέτειες, δεν άντεξαν. Παρόλο που δεν είχαν ξεχάσει τις συμβουλές της Κίρκης, έσφαξαν κι έφαγαν τα ζώα του θεού. Ο Απόλλωνας δεν άργησε να το πληροφορηθεί και μανιασμένος εκδικήθηκε τους υπαίτιους· χτύπησε το πλοίο του Οδυσσέα στη μέση του πελάγους και σκότωσε όλους τους συντρόφους του για την ασέβειά τους. Ζωντανός έμεινε μόνο ο Οδυσσέας, τον οποίο η θάλασσα έσπρωξε και πάλι προς τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Εκείνη την ώρα η Χάρυβδη ρουφούσε τα νερά με φοβερή δύναμη. Μόλις που πρόλαβε ο Οδυσσέας να πιαστεί από ένα κλαδί της αγριοσυκιάς και κρεμόταν ώρες ολόκληρες απ' αυτό, σαν νυχτερίδα. Δεν μπορούσε ν' ανεβεί προς τα μέσα, προς τον κορμό του δέντρου, για να στηριχτεί καλύτερα, γιατί ήταν πιασμένος από την άκρη ενός μεγάλου κλαδιού, μακριά από τις ρίζες. Ούτε και να στηρίξει πουθενά τα πόδια του έβρισκε. Έτσι έμεινε να αιωρείται, μέχρι που η Χάρυβδη ξανάβγαλε το νερό από το φοβερό της στόμα. Μαζί με το νερό βγήκαν και τ' απομεινάρια του τσακισμένου καραβιού. Ο Οδυσσέας άφησε τότε τα χέρια του και πήδηξε πάνω σ' ένα σανίδι. Γραπώθηκε απ' αυτό και ταξιδεύοντας μ' αυτόν τον τρόπο έφτασε στο νησί της Καλυψώς, την Ωγυγία.

Ο μύθος της Σκύλλας και της Χάρυβδης δημιουργήθηκε από τη φαντασία και τις διηγήσεις των ναυτικών, που πίστευαν ότι τα φοβερά καιρικά φαινόμενα οφείλονταν στην ύπαρξη δυο φρικτών τεράτων. Με τον καιρό προέκυψαν και διάφορες ιστορίες σχετικά με την αρχική καταγωγή και τη μετέπειτα μεταμόρφωσή τους. Οι άνθρωποι, δηλαδή, όσο περνούσαν τα χρόνια προσπαθούσαν να εξηγήσουν πώς γεννήθηκαν· φαντάζονταν πως στην αρχή ήταν πλάσματα της στεριάς και κατά τη διάρκεια της ζωής τους, για κάποιο λόγο, μεταμορφώθηκαν. Έπειτα έγιναν μόνιμοι κάτοικοι του υγρού στοιχείου.

Ας δούμε τις διάφορες εκδοχές για την ιστορία των δυο τεράτων. Η Σκύλλα ήταν αρχικά μια όμορφη κόρη του πελάγους, που ο Γλαύκος ερωτεύθηκε παράφορα. Εκείνη όμως δεν ανταποκρίθηκε στην αγάπη του. Η Κίρκη, που αγαπούσε τον Γλαύκο, ζήλεψε και θέλησε να την εκδικηθεί· φαρμάκωσε με μάγια το νερό, όπου η κόρη θα έπαιρνε το μπάνιο της και τη μεταμόρφωσε σε απαίσιο τέρας. Άλλοι πίστευαν πως δεν ήταν η ζήλια της Κίρκης, αλλά της Αμφιτρίτης, που την κατέστρεψε και τη μεταμόρφωσε δηλητηριάζοντας το λουτρό της με βότανα. Αιτία ήταν ότι την όμορφη Σκύλλα την είχε ερωτευτεί ο Ποσειδώνας. Τέλος, μια τρίτη εκδοχή αφηγείται ότι την είχε ερωτευθεί και ο Τρίτωνας, ως αντίζηλος του Ποσειδώνα. Για να την ευχαριστήσει, της πήγε κοχύλια και μικρές αλκυόνες μαζί με τη μητέρα τους, ως δώρο.

Τα πουλάκια ήταν όμως τόσο μικρά σε ηλικία, που είχαν χνούδι αντί για φτερά. Έτσι η Σκύλλα, όταν τα αντίκρισε, λυπήθηκε αντί να χαρεί, γιατί ένιωσε την πίκρα της μάνας τους, που ήταν δακρυσμένη. Ο Τρίτωνας μόλις κατάλαβε ότι δε θα μπορούσε να κατακτήσει την όμορφη κόρη ο ίδιος, αποφάσισε να την κάνει τέρας και έβαλε εκείνος την Κίρκη να χρησιμοποιήσει τα μάγια της. Από τότε η Σκύλλα προσωποποιεί τον τρόμο που εμπνέουν οι καρχαρίες και οι κίνδυνοι της θάλασσας.

Πολύ συχνά τη Σκύλλα τη φαντάζονταν και με ένα δεύτερο τρόπο, εκτός από τέρας της θάλασσας. Πίστευαν ότι ήταν και θαλάσσια θεά, που είχε μορφή γυναίκας μέχρι τη μέση, σκύλας μέχρι τους γοφούς και ψαριού από κει και κάτω. Φαντάζονταν ότι περιπλανιόταν στις θάλασσες, κάποτε με τη συνοδεία αλυχτισμάτων σκυλιών. Άλλοτε πάλι την απεικόνιζαν φτερωτή, γιατί πίστευαν ότι βασίλευε όχι μόνο στη θάλασσα, αλλά και στον αέρα.

Όσο για τη Χάρυβδη, έλεγαν πως ήταν κόρη του Ποσειδώνα και της Γαίας. Ήταν πάρα πολύ λαίμαργη, τόσο που έκλεψε ένα από τα βόδια του Ηρακλή και το έφαγε. Εκείνος, αηδιασμένος από την αδηφαγία της, την κατακεραύνωσε και έπειτα την γκρέμισε στα βάθη της θάλασσας. Από τότε έγινε θαλάσσιο τέρας, που τρώει ό,τι βρίσκει μπροστά του.

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Β΄ ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ - ΚΥΜΗ


 
Η Κύμη ήταν αρχαία ελληνική αποικία της Κάτω Ιταλίας στην περιοχή της Καμπανίας, βορειοδυτικά της Νάπολης. Ιδρύθηκε από Ευβοείς από την Χαλκίδα και την Κύμη στα μέσα του 8ου αιώνα. Ήταν η πρώτη ελληνική αποικία στην Ιταλική ενδοχώρα και από τις πρώτες αποικίες που ιδρύθηκαν κατά τον δεύτερο ελληνικό αποικισμό . Από την αποικία Κύμη θεωρείται πως εισήχθη τοελληνικό αλφάβητο στην Ιταλική χερσόνησο.

Ιστορία 

Πρώιμη περίοδος 
Η Κύμη ιδρύθηκε κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. από αποίκους που προέρχονταν από την Εύβοια, και συγκεκριμένα από τις πόλεις Χαλκίδα και Κύμη, με αρχηγούς τον Ιπποκλή τον Κυμαίο και τον Μενασθένη από την Χαλκίδα, όπως αναφέρει ο Στράβων. Οι Ευβοείς είχαν αποικίσει αρχικά το απέναντι νησί Ίσκια, το οποίο ονομαζόταν Πιθηκούσσες. Με βάση τις Πιθηκούσσες αποίκησαν στην συνέχεια την απέναντι ακτή. Η πόλη ευδοκίμησε τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής της και λίγα χρόνια μετά ίδρυσε την αποικία Ζάγκλη στην Σικελία, την μετέπειτα Μεσσήνη. Η κυριαρχία της Κύμης στην περιοχή ενισχύθηκε τα επόμενα χρόνια. Τον 5ο αιώνα π.Χ. ίδρυσε λίγο νοτιότερά της την αποικία Νεάπολη, την μετέπειτα Νάπολη.
Η άνοδος της Κύμης οδήγησε τις γειτονικές φυλές να συνασπιστούν εναντίον της. Ο συνασπισμός αυτός όμως ηττήθηκε από τους Κυμαίους το 524 π.Χ. Η Κύμη βρισκόταν τότε υπό την ηγεσία του Αριστόδημου του Μαλακού. Οι Κυμαίοι επίσης συμμαχώντας με τους Συρακούσιους νίκησαν τον Ετρουσκικό στόλο στην ναυμαχία της Κύμης το 474 π.Χ.

Κατάκτηση από τους Όσκους και τους Ρωμαίους 

Η Κύμη τελικά κατέρρευσε το 421 π.Χ. όταν η τοπική φυλή των Όσκων κατέλαβε την πόλη και ερήμωσε την γύρω περιοχή. Πολλοί κάτοικοι της Κύμης μετά την καταστροφή κατέφυγαν στην γειτονική τους αποικία, Νεάπολη. Η Κύμη στην συνέχεια το 338 π.Χ. πέρασε κάτω από την εξουσία των Ρωμαίων. Κατά τον δεύτερο Καρχηδονιακό πόλεμο η Κύμη αντιστάθηκε στον στρατό του Αννίβα.
Κατά την Ρωμαϊκή περίοδο η πόλη δεν γνώρισε ταραχές, και η ηρεμία αυτή διατηρήθηκε μέχρι τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ , οπότε η Κύμη δέχτηκε επανειλημμένες επιθέσεις και καταστροφές από τους Γότθους. Τον 6ο αιώνα οι Βυζαντινοί με τον στρατηγό Βελισάριο ανέκτησαν τον έλεγχο της περιοχής για διάρκεια μισού αιώνα περίπου, οπότε και κυριάρχησαν οι Λομβαρδοί. Η Κύμη καταστράφηκε τελικά το 1207 όταν μία δύναμη από την Νάπολη κατέστρεψε την πόλη που είχε μετατραπεί σε οχυρό ληστών.
Η Κυμαία Σίβυλλα 
Η Κυμαία Σίβυλλα ήταν ιέρεια του μαντείου του Απόλλωνα στην Κύμη. Η Σίβυλλα αυτή ήταν η διασημότερη στον Ρωμαϊκό κόσμο, αντίστοιχα με την Σίβυλλα της Ερυθραίας για τον ελληνικό κόσμο. Το ιερό της Κυμαίας Σίβυλλας ανασκάφηκε το 1932