ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΛΑΟΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ - ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ



Διονύσιος Σολωμὸς

Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν


1.- Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

2.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριὰ !

3.- Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμένη, ἐντροπαλή,
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι» νὰ σοῦ πεῖ.

4.- Ἄργειε νὰ 'λθει ἐκείνη ἡ μέρα,
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατί τὰ 'σκιαζε ἡ φοβέρα
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.

5.- Δυστυχής! ΙΙαρηγορία
μόνη σου ἔμενε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλεῖα
καὶ διηγώντας τὰ νὰ κλαῖς.

6.- Καὶ ἀκαρτέρει καὶ ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ἕνα ἐκτύπαε τ' ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά.

7.- Κι ἔλεες: «Πότε, ἅ, πότε βγάνω
τὸ κεφάλι ἀπὸ τσ' ἐρμιές;».
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες, ἅλυσες, φωνές.

8.- Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μὲς στὰ κλάιματα θολό,
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἒσταζ' αἷμα,
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.

9.- Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
νὰ γυρεύεις εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.

10.- Μοναχὴ τὸ δρόομο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή.
δὲν εἲν' εὔκολες οἱ θύρες,
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλεῖ.

11.- Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια,
ἀλλ' ἀνάσαση καμιά.
ἄλλος σου ἔταξε βοήθεια
καὶ σὲ γέλασε φριχτά.

12.- Ἄλλοι, ὀϊμέ, στὴ συμφορά σου
ὀποῦ ἐχαίροντο πολύ,
«σύρε νάβρεις τὰ παιδιά σου,
σύρε», ἐλέγαν οἳ σκληροί.

13.- Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
ποῦ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.

14,- Ταπεινότατή σου γέρνει
ἡ τρισάθλια κεφαλή,
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
κι εἶναι βάρος του ἢ ζωή.

15.- Ναί, ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποῦ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή.

16.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

17.- Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τσ' ἐχθροὺς
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
ἒτρεφ' ἄνθια καὶ καρπούς,

18.- ἐγαλήνευσε. καὶ ἐχύθη
καταχθόνια μία βοή,
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
πολεμόκραχτη ἡ φωνὴ

19.- Ὅλοι οἱ τόποι σὸν σ' ἐκράξαν
χαιρετώντας σὲ θερμά,
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν
ὅσα αἴσθανετο ἢ χαρδιά.

20.- Ἐφωνάξανε ὡς τ' ἀστέρια
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
κι ἐσηκώσανε τὰ χέρια
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,

21.- μ' ὄλον ποὺ 'ναι ἁλυσωμένο
τὸ καθένα τεχνικά,
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
ἔχει: «Ψεύτρα Ἐλευθεριά».

22.- Γκαρδιακὰ χαροποιήθη
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ,
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη
ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.

23.- Ἀπ' τὸν πύργο τοῦ φωνάζει,
σὰ νὰ λέει σὲ χαιρετῶ,
καὶ τὴ χήτη τοῦ τινάζει
τὸ λιοντάρι τὸ Ἰσπανο.

24.- Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
τὸ θηρίο, καὶ σέρνει εὐθὺς
κατὰ τ' ἄκρα της Ρουσίας
τὰ μουγκρίσματα τσ'ὀργῆς.

25.- Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει
πῶς τὰ μέλη εἲν' δυνατά.
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κύμα ρίχνει
μία σπιθόβολη ματιά.

26.- Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
ποῦ φτεράκαι νύχια θρέφει
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ.

27.- καὶ σ ἐσὲ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σὲ μισεῖ,
ἒκρωζ' ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
νὰ σὲ βλάψει, ἂν ἠμπορεῖ.

28.- Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾶς.
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
στὲς βρισὶες ὀποῦ ἀγρικᾶς,

29.- σὰν τὸ βράχον ὀποῦ ἀφήνει
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνει
εὐκολόσβηστον ἀφρό.

30.- ὀποῦ ἀφήνει ἀνεμοζάλη
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
τὴν αἰώνιαν κορυφή.

31.-Δυστυχιά του, ὤ, δυστυχιά του,
ὁποιανοὺ θέλει βρεθεῖ
στὸ μαχαίρι σου ἀποκάτου
καὶ σ' ἐκεῖνο ἀντισταθεῖ.

32.- Τὸ θηρίο π' ἀνανογιέται
πῶς. τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾶ.

33.- τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
κι ὅπου φθάσει, ὅπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ἐρμιά.

34.- Ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,
ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ.
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴ θήκη
πλέον ἀνδρείαν σου προξενεῖ.

35.- Ἰδού, ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς.
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
νὰ τῆς ρίψεις πιθυμᾶς.

36.- Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
δείχνει, πάντα ὅπως νικεῖ,
κι ἃς εἲν ἅρματα γεμάτη
καὶ πολέμιαν χλαλοή.

37.- Σοὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν
γιὰ νὰ ἰδεῖς πὼς εἲν' πολλά.
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;

38.- Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτὰ
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα
ποῦ θὲ νὰ 'βρει ἡ συμφορά!

39.- Κατεβαίνουνε καὶ ἀνάφτει
τοῦ πολέμου ἀναλαμπή.
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.

40.- Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
Λίγα τὰ αἵματα γιατί;
Τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγει
καὶ στὸ κάστρο ν' ἀνεβεῖ.

41.- Μέτρα ! Εἲν' ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
ὀποῦ φεύγοντας δειλιοῦν.
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη
δέχοντ', ὥστε ν' ἀνεβοῦν.

42.- Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορά.
νά, σᾶς φθάνει. ἀποκριθεῖτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά!

43.-Ἀποκρίνονται καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὀποῦ μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.

44.- Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.

45.- Ἅ, τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποῦ τὴν τρέμει ὁ λογισμός!
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.

46.- Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,

47.- καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι
ὀποῦ ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράστεναν τὸν Ἅδη
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά.

48.- Τ' ἀκαρτέρειε. Ἐφαῖνοντ' ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.

49.- Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὀποῦ σκεπάζει
τὰ κρεβάτια τὰ στερνά.

50.- Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἲν' ἄδικα σφαγμένοι,
ἀπὸ τούρκικην ὀργή.

51.- Τόσα πέφτουνε τὰ θερι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς.
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ' αὐτούς.

52.- Θαμποφέγγει κανέν' ἄστρο,
καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀνεβαίνοντας τὸ κάστρο
μὲ νεκρώσιμη σιωπή.

53.- Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνει μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,

54.- ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ' ἄδεια
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὀποῦ οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.

55.- Μὲ τὰ μάτια τοὺς γυρεύουν
ὅπου εἲν' αἵματα πηχτά,
καὶ μὲς στὰ αἵματα χορεύουν
μὲ βρυχίσματα βραχνά.

56.- καὶ χορεύοντας μανίζουν
εἰς τοὺς Ἕλληνες κοντά,
καὶ τὰ στήθια τοὺς ἐγγίζουν
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.

57.- Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
κι ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.

58.- Τόοτε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.

59.- Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου.
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγεῖ
εἶναι κτύπημα θανάτου
χωρὶς νὰ δευτερωθεῖ.

60.- Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει.
λὲς κι ἐκείθενε ἡ ψυχὴ
ἀπ' τὸ μίσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθεῖ.

61.- Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μὲς στὰ στήθια τοὺς ἀργά,
καὶ τὰ χέρια ὀποῦ χουμᾶνε
περισσότερο εἲν' γοργά.

62.- Οὐρανὸς γι' αὐτοὺς δὲν εἶναι,
οὐδὲ πέλαγο, οὐδὲ γῆ.
γι' αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.

63.- Τόση ἡ μάνητα κι ἡ ζάλη,
ποῦ στοχάζεσαι μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ' ἄλλη
δὲν μείνει ἒ ν ἃ ς ζωντανός.

64.- Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

65.- καὶ παλάσκες καὶ σπαθὶα
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία,
σωθικὰ λαχταριστά.

66.- Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγή.
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ, φθάνει,
φθάνει. ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;

67.- Ποὶος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ ὅταν ξαπλωθεῖ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.

68.- Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
καὶ «Ἀλλά», ἐφώναζαν, «Ἀλλά»,
καὶ τῶν Χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά», ἐφώναζαν, «φωτιά».

69.- Λιονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».

70.- Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί.
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.

71.- Ἦταν τόσοι ! Πλέον τὸ βόλι
εἰς τ' αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκεῖτοντ' ὅλοι
εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.

72.- Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
καὶ τὸ ἀθῶο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.

73.- Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾶς τώρα ἐσὺ πλιο
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι.
φύσα, φύσα εἰς τὸ ΣΤΑΥΡΟ!

74.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

75.- Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι.
δὲν λάμπ' ἥλιος μοναχὰ
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
εἰς τ' ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά.

76.- Εἰὶς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
τώρα ἀθώα δὲν ἀντηχεῖ
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
τὰ βελάσματα τὸ ἄρνι.

77.- Τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
σὰν τὸ κύμα εἰς τὸ γιαλό,
ἀλλ' οἱ ἀνδρεῖοι παλληκαράδες
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.

78.- Ὢ τρακόσιοι, σηκωθεῖτε
καὶ ξανάλθετε σέ μας.
τὰ παιδιά σας θέλ' ἰδεῖτε
πόσο μοιάζουνε μέ σας.

79.- Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ' ἐδῶ.

80.- Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
πείνα καὶ θανατικό,
ποῦ μὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό.

81.- καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
ἀπεθαίνανε παντοῦ
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.

82.- Κι ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατεῖς.

83.- Στηὴ σκιὰ χεροπιασμένες,
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
κρινοδάκτυλες παρθένες
ὀποῦ κάνουνε χορό.

84.- Στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
ὡραία μάτια ἐρωτικά,
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.

85.- Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
πῶς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
γλυχοβύζαστο ἑτοιμάζει
γάλα ἀνδρείας κι ἐλευθεριᾶς.

86.- Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ.
φιλελεύθερα τραγούδια
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.

87.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριὰ !

88.- Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.

89.- Σοὺ 'λθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ' ἕνα σταυρό,
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὀποῦ ἀνεῖ τὸν οὐρανό,

90.- «σ' αὐτό», ἐφώναξε, «τo χῶμα
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά!».
Καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.

91.- Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω τῆς πυκνώνει
ποῦ σκορπάει τὸ θυμιατό.

92.- Ἀγρικάει τὴν ψαλμωδία
ὀποῦ ἐδίδαξεν αὐτή.
βλέπει τὴ φωταγωγία
στοὺς Ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.

93.- Ποιοὶ εἲν' αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι ἂρματ', ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηχες ἐσύ!

94.- Ἅ, τὸ φῶς ποὺ σὲ στολίζει,
σὰν ἡλίου φεγγοβολῆ,
καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ.

95.- Λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός.
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.

96.- Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατᾶς,
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
κι εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾶς.

97.- Μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
προχωρώντας ὁμιλεῖς:
«Σήμερ', ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναὶ τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής.

98.- Αὐτὸς λέγει, ἀφοκρασθεῖτε:
"Ἐγὼ εἲμ' Ἄλφα, Ὠμέγα ἔγω.
πέστε, ποὺ θ' ἀποκρυφθεῖτε
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;

99.- Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω,
ποῦ, μ' αὐτὴν ἂν συγκριθεῖ
κείνη ἡ κάτω ὀποῦ σας ἔχω,
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθεῖ.

100.- Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
χῶρες, ὅρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
ζῶα καὶ δέντρα καὶ θνητούς.

101.- Καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
καὶ δὲν σώζεται πνοή,
πάρεξ τοῦ ἄνεμου ποὺ πνέει
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή"».

102.- Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
Τοῦ θυμοῦ Τοῦ εἶσαι ἀδελφή;
Ποὶος εἲν' ἄξιος νὰ νικήσει
ἢ μὲ σὲ νὰ μετρηθεῖ;

103.- Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
ποῦ ὅλην θέλει θανατώσει
τὴ μισόχριστη σπορά.

104.- Τὴν αἰσθάνονται καὶ ἀφρίζουν
τὰ νερά, καὶ τ' ἀγρικῶ
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν
σὰν νὰ ρυάζετο θηριό.

105.- Κακορίζικοι, ποὺ πάτε
τοῦ Ἀχελώου μὲς στὴ ροὴ
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ

106.- νὰ ἀποφύγετε; Τὸ κύμα
ἔγινε ὅλο φουσκωτό.
ἐκεῖ εὐρήκατε τὸ μνῆμα
πρὶν νὰ εὐρεῖτε ἀφανισμό.

107.- Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.

108.- Σφαλερὰ τετραποδίζουν
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.

109.- Ποὶος στὸ σύντροφον ἁπλώνει
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθεῖ.
ποὶος τὴ σάρκα τοῦ δαγκώνει
ὅσο ὀποῦ νὰ νεκρωθεῖ.

110.- Κεφαλὲς ἀπελπισμένες,
μὲ τὰ μάτια πεταχτά,
κατὰ τ' ἄστρα σηκωμένες
γιὰ τὴν ὕστερη φορᾶ.

111.- Σβιέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη
τοῦ Ἀχελώου νεροσυρμή-
τὸ χλιμίτρισμα καὶ οἱ κρότοι
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί,

112.- Ἔτσι ν' ἄκουα νὰ βουΐξει
τὸ βαθὺν Ὠκεανό,
καὶ στὸ κύμα του νὰ πνίξει
κάθε σπέρμα ἀγαρηνό!

113.- Καὶ ἐκεῖ ποὺ 'ναι ἡ Ἁγία Σοφία,
μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
ὅλα τ' ἄψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114.- σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξει
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
κι ἀπ' ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξει
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.

115.- Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένει,
κι ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
μ' ἀργὸ πάτημα ἂς πηγαίνει
μεταξύ τους καὶ ἂς μετρᾶ.

116.- Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
καὶ δὲν φαίνεται, καὶ πλιο

117.- καὶ χειρότερα ἀγριεύει
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός.
πάντα, πάντα περισσεύει.
πολὺ φλοίσβισμα καὶ ἀφρὸς

118.- Ἅ, γιατί δὲν ἔχω τώρα
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα τὴν ὥρα
ὀποῦ ἐσβιοῦντο οἱ μισητοί,

119.- τὸ Θεὸν εὐχαριστοῦσε
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός.

120.- Ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
ἡ ἀδελφή του Ἀαρῶν,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ' ἕνα τύμπανο τερπνὸν

121.- καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μὲ τσ' ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.

122.- Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

123.- Εἰς αὐτήν, εἲν' ξακουσμένο,
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ.
ὅμως, ὄχι, δὲν εἲν' ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

124.- Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
κύματ' ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
μὲ τὰ ὁποία τὴν περιζώνει,
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.

125.- Μὲ βρυχίσματα σαλεύει
ποῦ τρομάζει ἡ ἀκοή.
κάθε ξύλο κινδυνεύει
καὶ λιμνιώνα ἀναζητεῖ.

126.- Φαίνετ' ἔπειτα ἡ γαλήνη
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἥλιου,
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.

127.- Δὲν νικιέσαι, εἲν' ξακουσμένο,
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτέ.
ὅμως, ὄχι, δὲν εἲν' ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

128.- Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
τὰ τρεχούμενα κατάρτια,
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.

129.-Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἲν' πολλές,
πολεμώντας, ἄλλα διώχνεις,
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς.

130.- Μ' ἐπιθύμια νὰ τηράζεις
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,
καὶ θανάσιμον τινάζεις
ἐναντίον τοὺς κεραυνό.

131.- Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει,
καὶ σηκώνει μία βροντή,
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
μὲ αἱματόχροη βαφή.

132.- Πνίγοντ' ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
Καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί.
χαίρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,
ποῦ σὲ πέταξαν ἐκεῖ.

133.- Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
μὲ τσ' ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
δίνοντας τὰ εἰς τὸ φιλί.

134.- Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
καὶ τὸ χέρι ὀποῦ ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ, πλέον δὲν εὐλογεῖ.

135.- Ὅλοι κλάψτε. ἀποθαμένος
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς.
κλάψτε, κλάψτε. κρεμασμένος
ὡσὰν νὰ 'τανε φονιάς!

136.- Ἔχει ὀλάνοικτο τὸ στόμα
π' ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ' Ἅγιον Αἷμα, τ' Ἅγιον Σῶμα.
λὲς πὼς θὲ νὰ ξαναβγεῖ

137.- ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει,
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθεῖ,
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσει
καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμεῖ.

138.- Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.

139.- Ἡ καρδιὰ συχνοσπαράζει.
Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει
μὲ τὸ δάχτυλο ἡ θεά.

140.- Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη
τρεῖς φορὲς μ' ἀνησυχιά.
προσηλώνεται κατόπι
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾶ:

141.- «Παλληκάρια μου, οἱ πολέμοι
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.

142.- Ἀπ' ἐσᾶς ἀπομακραίνει
κάθε δύναμη ἐχθρική,
ἀλλὰ ἀνίκητη μία μένει
ποῦ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.

143.- Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,
ἄχ, τὸ νοῦ σας τυραννεῖ.

144.- Ἡ Διχόνοια ποὺ βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ
καθενὸς χαμογελάει,
"πάρ' τό", λέγοντας, "καὶ σύ".

145.- Κειο τὸ σκῆπτρο πού σας δείχνει
ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά.
μὴν τὸ πιάστε, γιατί ρίχνει
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.

146.- Ἀπὸ στόμα ὀποῦ φθονάει,
παλληκάρια, ἂς μὴν πωθεῖ,
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.

147.- Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
"Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά".

148.- Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα.
ὅλο τὸ αἷμα ὀποῦ χυθεῖ
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.

149.- Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθεῖτε
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.

150.- Πόσο λείπει, στοχασθεῖτε,
πόσο ἀκόμη νὰ παρθεῖ.
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθεῖτε,
πάντα ἐσᾶς θ' ἀκολουθεῖ.

151.- Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία,
καταστῆστε ἕνα Σταυρὸ
καὶ φωνάξετε μὲ μία:
"Βασιλεῖς, κοιτάξτ' ἐδῶ!

152.- Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
εἶναι τοῦτο, καὶ γι' αὐτὸ
ματωμένους μας κοιτᾶτε
στὸν ἀγώνα τὸ σκληρό.

153.- Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
καὶ τὰ τέκνα τοῦ ἀφανίζουν,
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.

154.- Ἐξ αἰτίας τοῦ ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῶο χριστιανικό,
ποῦ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς νυκτός: Νὰ ἐκδικηθῶ.

155.- Δὲν ἀκοῦτε, ἐσεῖς εἰκόνες
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.

156.- Δὲν ἀκοῦτε; Εἰς κάθε μέρος
σὰν τοῦ Ἀβὲλ καταβοᾶ.
δὲν εἲν' φύσημα τοῦ ἀέρος
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.

157.- Τί θὰ κάμετε; Θ' ἀφῆστε
νὰ ἀποκτήσομεν ἐμεῖς
λευθεριᾶν, ἢ θὰ τὴν λύστε
ἐξ αἰτίας πολιτικῆς;

158.- Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
ἰδοὺ ἐμπρός σας τὸν Σταυρό:
Βασιλεῖς, ἐλᾶτε, ἐλάτε,
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ!"».

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ 1789-1857



Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο μεγαλύτερος ποιητής του προπερασμένου αιώνα. Αρχηγός της Επτανησιακής σχολής, ηγέτης του νεοελληνικού έμμετρου λόγου, που ουσιαστικά αρχίζει μετά από αυτόν και, τέλος, Εθνικός της Ελλάδας, και γιατί έγραψε τον Εθνικό μας Ύμνο και γιατί τον νεοελληνικό ποιητικό λόγο, και γιατί ύμνησε τον Εθνικό αγώνα της Ανεξαρτησίας, και γιατί πρώτος χρησιμοποίησε στον ποιητικό και πεζό του λόγο την εθνική λαϊκή μας γλώσσα, τη δημοτική.

Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1789 (έτος του μαρτυρίου του Ρήγα) και πέθανε στην Κέρκυρα το 1859, δυο χρόνια πριν γεννηθεί ο Παλαμάς. Ο πατέρας του Νικόλαος Σολωμός ήταν πλούσιος άρχοντας και κόμης, ενώ η μητέρα του, Αγγελική Νίκολη, ήταν γυναίκα του λαού. Έμεινε ορφανός σε νεαρή ηλικία, αλλά τα άφθονα οικονομικά μέσα του επέτρεψαν να συνεχίσει τις σπουδές του. Σε ηλικία δέκα χρονών, συνοδευόμενος από τον οικοδιδάσκαλό του καθολικό αββά Σάντο Ρόσσι, πήγε στη Βενετία και συνέχισε πανεπιστημιακές σπουδές στην Κρεμόνα και την Παβία της Ιταλίας.

Τα ενδιαφέροντα του ήταν φιλολογικά, δεδομένου μάλιστα ότι από μικρός στιχουργούσε ο ίδιος. Η λαμπρή άνθηση της ιταλικής φιλολογίας δεν τον άφησε ανεπηρέαστο. Καθώς μάλιστα μιλούσε πλέον θαυμάσια την ιταλική γλώσσα, τα ποιήματα του τα έγραφε ιταλικά. Εξάλλου γνωρίστηκε με γνωστά ονόματα της πνευματικής Ιταλίας (Μαντσόνι, Μόντι κ.ά.), μπήκε στους φιλολογικούς κύκλους τους, και τελειοποιούμενος ολοένα στις ποιητικές κατακτήσεις του, εξελισσόταν σ' έναν καλό ποιητή της ιταλικής γλώσσας.

Το 1818 χρειάστηκε να γυρίσει στη Ζάκυνθο. Τα δέκα χρόνια που έζησε στην Ιταλία τον είχαν επηρεάσει βαθύτατα, ώστε και στην Ελλάδα να συνεχίσει γράφοντας ιταλικά. Αλλά το 1822 η γνωριμία του και οι συζητήσεις του με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη τον έπεισαν, ότι έπρεπε να γίνει Έλληνας ποιητής, να γράφει στην ελληνική γλώσσα, και μάλιστα στη γλώσσα του λαού, τη δημοτική.

Άρχισε τότε να διαβάζει τον Χριστόπουλο, να μελετάει τα δημοτικά τραγούδια, να παρακολουθεί όλη την πριν απ' αυτόν ποιητική παραγωγή (τη λεγομένη προσολωμική), ώσπου να είναι σε θέση να γράψει ελληνικά ποιήματα. Το πρώτο ποίημα του, που έδειξε στον Τρικούπη ήταν η «Ξανθούλα». Το 1823 έγραψε τον «Υμνον εις την Ελευθερίαν», που τυπώθηκε τον επόμενο χρόνο στο Μεσολόγγι. Τον ίδιο μήνα, στο Μεσολόγγι, πέθανε ο Λόρδος Βύρων, στον οποίο ο Σολωμός αφιέρωσε συγκινητικό ποίημα. Στα 1826 γράφει τον «Λάμπρο» και τη «φαρμακωμένη». Αλλά το μεγάλο, το επικό γεγονός της χρονιάς αυτής, ήταν η παρατεινόμενη τρομερή πολιορκία του Μεσολογγίου και η θαυμαστή πίστη και αντοχή των «ελευθέρων πολιορκημένων». Τα κανόνια ακούγονταν ως την Ζάκυνθο, και οι πρόσφυγες Μεσολογγίτες γυρνούσαν στους δρόμους της Ζακύνθου ζητώντας ελεημοσύνη. Με εθνική συγκίνηση, και ψυχικό ρίγος παρακολουθούσε ο ποιητής την Εθνική εποποιία, από την οποία προέκυψε η ποιητική του σύνθεση των «Ελευθέρων πολιορκημένων».

Το 1828 ο Σολωμός πηγαίνει στην Κέρκυρα, σημαντικό πνευματικό κέντρο της εποχής, και ζει εκεί ως αρχηγός κύκλου θαυμαστών και ποιητών ενός πυρήνα από πνευματικούς ανθρώπους με μεγάλη μόρφωση, με προοδευτικές και φιλελεύθερες ιδέες, με αισθητική κατάρτιση, με αυστηρές αξιώσεις από την τέχνη και με φιλοδοξίες για μιαν αναγέννηση της Νεοελληνικής Γραμματείας. Είναι ο κύκλος που δημιούργησε την Επτανησιακή Σχολή, με αρχηγό, καθοδηγητή και σύμβουλο τον Σολωμό. Από τον κύκλο αυτόν αρχίζει η ποιητική άνοδος της ελληνικής ποίησης, πολλές δεκάδες χρόνια πριν από την Αθήνα, όπου ο Παλαμάς δημιούργησε μία δεύτερη ποιητική αναγέννηση.

Ο Σολωμός στο διάστημα 1847-51 επιχείρησε να ξαναγράψει ιταλικά ποιήματα. Ήταν όμως ήδη Έλληνας ποιητής, ο μεγαλύτερος ποιητής του καιρού του, μία μορφή γεμάτη αίγλη, κύρος και δόξα για ολόκληρη την Ελλάδα. Είχε πετύχει να ξεπεράσει τη μεγάλη δυσκολία της γλώσσας, να την κατακτήσει και να την αξιοποιήσει με ποιητικά αριστουργήματα, στα οποία έβλεπες τον μεγάλο τεχνίτη.

Ήταν τόσο γενική και στερεή η φήμη του, ώστε, όταν μαθεύτηκε ο θάνατος του (21 Νοεμβρίου 1857) όλος ο λαός πένθησε. Το θέατρο της Κέρκυρας έκλεισε, η Ιόνια Βουλή σταμάτησε τις εργασίες της και αποφάσισε να γίνει δημόσιο το πένθος για τον ποιητή.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1859, κυκλοφόρησαν τα «Άπαντα» του Σολωμού, σε έκδοση και με πρόλογο του Ιάκωβου Πολυλά, ενός από τους οξυνούστερους παράγοντες του φιλολογικού του κύκλου, που έμεινε πλέον και ο ηγέτης του κύκλου αυτού.

Το 1864 οι πρώτες στροφές από τον «Yμνον εις την Eλευθερίαν» του Σολωμού ορίστηκε ως ο Εθνικός ύμνος της Ελλάδας. Ήταν η πρώτη επίσημη αναγνώριση του ποιητή στην κυρίως Ελλάδα. Η επιβολή του ονόματός του σε ευρύτερα στρώματα έφερε ως επακόλουθο και την ευρύτερη διάδοση του έργου του, που άσκησε σιγά-σιγά την επήρεια του επί μία εικοσαετία και τελικά αποτέλεσε την αφετηρία, για ένα ξεκίνημα των νέων ποιητών, πάνω σε καινούριες βάσεις και έξω από τους θρήνους και ολοφυρμούς των ρομαντικών.

Οι χτυπητές λέξεις, οι φλύαροι στίχοι, τα άχρηστα παραγεμίσματα έπαψαν να αποτελούν ποίηση. Ο Σολωμός έδειξε, ότι η ποίηση πρέπει να έχει πυκνότητα. Με τις λιγότερες και μουσικότερες λέξεις να αποδίδει υψηλά νοήματα και καθαρές εικόνες, όπου τίποτα περιττό δεν υπήρχε κι όπου όλα - γλώσσα, νόημα, ρυθμός, εικόνα - ήταν αισθητικά οργανωμένα, αλλά όχι και εγκεφαλικά. Τίποτα δεν πρόδιδε την επίπονη κατεργασία. Αντίθετα το ποίημα είχε δροσιά, φυσικότητα και παρθενικότητα. Ο Σολωμός πέτυχε, μία θαυμαστή ισορροπία πνεύματος και μορφής, νόησης και αισθήματος γλώσσας και μουσικότητας.

Είχε μία θεωρητική κατάρτιση, που τη βλέπομε και στο «Διάλογο» του (όπου μιλούν ο ποιητής, ο φίλος και ο σοφολογιότατος), και που του επέτρεψε να συλλάβει σωστά το πρόβλημα της ποίησης, και να το πραγματοποιήσει σε βαθμό τελειότητας, δημιουργώντας μία παράδοση και κερδίζοντας επάξια τον τίτλο του γενάρχη του νέου μας ποιητικού λόγου.

Οι πρώτες του δοκιμές σε μία γλώσσα, που δεν τη χρησιμοποίησε ακόμα με την ευχέρεια της μητρικής γλώσσας, έδωσαν λαμπρά αποτελέσματα με στροφές ειδυλλιακές, γεμάτες φως, διαύγεια και ιδεαλιστική πνοή. Κατακτώντας σιγά - σιγά το γλωσσικό του όργανο και ζώντας τον παλμό, του Αγώνα και την αγωνία του επαναστατημένου Έθνους, έντυσε τις εμπνεύσεις του με τα χτυποκάρδια των πολεμιστών. Έδωσε ποιητικό νόημα στην Εθνεγερσία. Έγινε η έκφραση των αισθημάτων του καιρού του και της πατρίδας του. Και με τόσο βαθιά συναίσθηση ευθύνης, ώστε, μπρος στο τέλειο και το ιδεώδες, που επιδίωκε, να γράφει και να ξαναγράφει τις ποιητικές του συνθέσεις σε διάφορα σχεδιάσματα, ώσπου να πετύχει να συνδυάσει την πιο τέλεια μορφή με το πιο υψηλό περιεχόμενο.

«... Ο Σολωμός, - γράφει ο Α. Καραντώνης - γύρεψε να συγχωνέψει σε μία τέλεια και καθαρή, απλή όσο και βαθιά μορφή μουσικού ποιητικού λόγου, όλες τις ιδιότητες και τις ενέργειες του ανθρώπου - από το πιο αυθόρμητο ψυχικό σκίρτημα ως τη φιλοσοφική ενόραση και την πνευματική σύλληψη της Θείας Δημιουργίας, συνταιριασμένες με μία ανώτερη αντίληψη του Χρέους».

Το σπουδαιότερο πρόβλημα που απασχόλησε τη μεγαλοφυΐα του εθνικού μας ποιητή Δ. Σολωμού, ήταν το πρόβλημα της Ελευθερίας. Της ελευθερίας πρώτα της Εθνικής που είναι συνυφασμένη με την Ηθική ελευθερία του ατόμου, και της ελευθερίας ως Ιδέας, που περικλείει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Τις θέσεις αυτές τις αποτύπωσε ο Σολωμός στον «Υμνον εις την Ελευθερίαν», στους «Ελεύθερους πολιορκημένους», και στον «Διάλογο» ποιητή και σοφολογιότατου.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

01 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 331 π.Χ. Η ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΓΑΥΓΑΜΗΛΑ



Ως μάχη των Γαυγαμήλων ή μάχη στα Γαυγάμηλα εννοείται η τελευταία και μεγαλύτερη μάχη του Αλέξανδρου Γ' Μακεδόνα κατά του Δαρείου Γ΄ Κοδομανού το 331 ΠΚΕ, χάρη στην οποία ο Αλέξανδρος έκαμψε την τελευταία αντίσταση του μεγάλου βασιλέα στην πορεία του για την κατάληψη της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών. Κατέχοντας ο Αλέξανδρος τα παράλια της Αν. Μεσογείου και έχοντας εξουδετερώσει τον περσικό στόλο, ήταν έτοιμος να περάσει στη Μεσοποταμία. Πριν εκκινήσει, χρειάστηκε να καταστείλει την εξέγερση των Ιουδαίων της Σαμάρειας που είχαν κάψει ζωντανό τον Ανδρόμαχο, στρατηγό της περιοχής.

Προετοιμασίες για τη μάχη 

Το εκστρατευτικό σώμα έφθασε στην πόλη Θάψακο, κτισμένη στη δυτική όχθη του ποταμού Ευφράτη, αρχές καλοκαιριού του 331 ΠΚΕ. Εκεί, τα προπορευόμενα τμήματα του μηχανικού είχαν ήδη αρχίσει τις προσπάθειες γεφύρωσης του ποταμού. Ωστόσο, η κατασκευή των δύο πλωτών γεφυρών δεν ήταν δυνατόν να ολοκληρωθεί, καθώς ο Μαζαίος είχε καταλάβει την ανατολική όχθη του ποταμού με απόσπασμα 5.000 ανδρών του περσικού στρατού. Σύντομα, όμως, βλέποντας το στρατό του Αλέξανδρου, ο Μαζαίος υποχώρησε. Η γεφύρωση ολοκληρώθηκε και ο στρατός του Αλέξανδρου διέσχισε τον μεγάλο ποταμό. Ωστόσο, για λόγους επιμελητείας κυρίως και κλιματικών συνθηκών, ο Αλέξανδρος δεν κινήθηκε νοτιοανατολικά, όπως ίσως θα αναμενόταν αλλά βόρεια, μέσω της Μυγδονίας, όπως την αποκάλεσαν ύστερον οι Μακεδόνες με τους δροσερούς λόφους και την άφθονη βοσκή για τα άλογα, τις κατοικημένες περιοχές για την προμήθεια τροφίμων και περισσότερη δροσιά για τους πεζούς.
Λίγο αργότερα, όμως, αιχμαλωτίστηκαν Πέρσες ανιχνευτές. Από αυτούς πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος πως ο Δαρείος είχε συγκεντρώσει στρατιά μεγαλύτερη από εκείνη της μάχης της Ισσού και πως είχε στρατοπεδεύσει στη δυτική όχθη του ποταμού, με την απόφαση να μην επιτρέψει τη διάβαση του Τίγρη. Ακούγοντας την είδηση ο Αλέξανδρος θεώρησε πως δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει το πέρασμα ενός τέτοιου ποταμού κάτω από τα βέλη του αντιπάλου του και τράβηξε βορειανατολικά, στο Μπετζαμπντέ, όπου πέρασε δύσκολα τον μεγάλο ποταμό και βρέθηκε στην ανατολική όχθη. Εκεί σταμάτησε μια μέρα για να ξεκουράσει το στράτευμα στις ορεινές όχθες.
Το ίδιο βράδυ (20 Σεπτεμβρίου 331 ΠΚΕ) συνέβη ολική έκλειψη σελήνης και φόβος εξαπλώθηκε στο στρατόπεδο, καθώς η έκλειψη θεωρείτο κακός οιωνός. Ο μάντης Αρίστανδος όμως θύμισε στο στράτευμα πως σύμφωνα με τους Πέρσες μάγους ο ήλιος είναι το έμβλημα των Ελλήνων και η σελήνη έμβλημα των Περσών. Κατόπιν θυσίασε στη Σελήνη, τον Ήλιο και τη Γη ο μάντης και εξετάζοντας τα σφάγια βρήκε πως η έκλειψη ήταν ευνοϊκή για τους Έλληνες και ότι μέσα σε ένα μήνα θα γινόταν νικηφόρα μάχη. Με τέτοιον ευνοϊκό χρησμό ο στρατός ξεκίνησε την αυγή να συναντήσει τους Πέρσες. Βάδισαν νότια κατά μήκος του Τίγρη για τέσσερεις ημέρες. Εκεί συνάντησαν ιππείς και ο Αλέξανδρος με τη βασιλική ίλη, τους πρόδρομους, τους Παίονες και άλλη μία ίλη τους επιτέθηκε. Αρκετοί σκοτώθηκαν, άλλοι ξέφυγαν και κάποιοι αιχμαλωτίστηκαν. Σύμφωνα με τις πληροφορίες τους ο Δαρείος βρισκόταν κοντά στον ποταμό Βούμηλο.

Τακτικές κινήσεις 

Ο Αλέξανδρος αμέσως σταμάτησε την προέλαση του στρατού και στρατοπέδευσε, οχυρώνοντας το στρατόπεδο, για κάθε ενδεχόμενο. Εδώ ξεκούρασε το στράτευμα επί τέσσερεις ημέρες. Το βράδυ της τέταρτης ημέρας, 29η προς 30η Σεπτεμβρίου, προέλασε και πάλι, αφήνοντας πίσω του σκεύη, αιχμαλώτους και τους απόμαχους. Αρχικά προχώρησε ανάμεσα σε γήλοφους που τον χώριζαν από τον εχθρό. Ανεβαίνοντας τις πρωινές ώρες στα υψώματα είδε απέναντί του σε απόσταση περίπου τριάντα σταδίων τις αντίπαλες δυνάμεις. Παρέταξε τη φάλαγγα και συγκέντρωσε τους ανώτερους αξιωματικούς. Τους συμβουλεύτηκε, αν έπρεπε να προχωρήσει και να αρχίσει αμέσως την επίθεση. Οι περισσότεροι ήταν της άποψης να επιτεθούν αμέσως, αλλά ο Παρμενίων επέμεινε πως θα ήταν ασύνετο να κάνουν κάτι τέτοιο, χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς την περιοχή μπροστά τους, τις φυσικές και τεχνητές της δυσκολίες ούτε την παράταξη των εχθρών, επιμένοντας ότι το θα ήταν ορθότερο να παρατηρηθούν όλα αυτά πριν ξεκινήσει η μάχη.
Ο Αλέξανδρος άκουσε τη συμβουλή του Παρμενίωνα και διέταξε να μείνουν εκεί, αλλά παρατεταγμένοι σε μάχη. Κατασκεύασε εδώ νέο οχυρωμένο στρατόπεδο, στο οποίο μετέφερε τη σκευή και τους αιχμαλώτους από το προηγούμενο. Ο ίδιος παίρνοντας μαζί του τους ψιλούς και τους εταίρους από τους ιππείς, κατασκόπευσε ανεμπόδιστα τους αντιπάλους και την περιοχή. Ο Παρμενίων, ο Πολυσπέρχων και άλλοι τον συμβούλευσαν, όταν επανήλθε από την ανίχνευση, να επιτεθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας, γνώμη που ο Αλέξανδρος απέρριψε, θεωρώντας πως δεν είναι τίμιο να κλέψει τη νίκη, και ότι επιθυμεί και μπορεί να νικήσει και φανερά και χωρίς σοφίσματα τον Δαρείο. Κατόπιν έπεσε και κοιμήθηκε τόσο βαριά, που φέρεται ότι χρειάστηκε τρεις φορές το πρωί να του μιλήσει ο Παρμενίων για να σηκωθεί.
Ο περσικός στρατός που συγκεντρώθηκε εδώ, έφθανε συνολικά τους 1.000.000 πεζούς και 40.000 ιππείς όπως παραδίδει ο Αρριανός, αν και η άποψή του θεωρείται λίγο-πολύπροπαγανδιστική. Στον συγκεκριμένο στρατό που παρέταξε, ο Δαρείος επέφερε και άλλες βελτιώσεις. Έκανε τα ξίφη και τα δόρατα πολύ μεγαλύτερα από τα προηγούμενα και κατασκεύασε 200 δρεπανηφόρα άρματα, το καθένα από τα οποία διέθετε ένα είδος μυτερού καμακιού που εξείχε αρκετά από τους ίππους, ενώ εκατέρωθεν του ζυγού πρόβαλλαν τρία μακριά ακόντια. Επίσης και από τις δυο πλευρές των αξόνων των τροχών πρόβαλλαν δρέπανα. Επιπλέον, ο Δαρείος φέρεται πως είχε στα Άρβηλα 15 οπλισμένους ελέφαντες, που για πρώτη φορά αναφέρονται ότι παρατάχτηκαν σε πεδίο μάχης.
Η παράταξη των αντίπαλων στρατευμάτων 

Στα Γαυγάμηλα ο Δαρείος παρέταξε στην άκρα αριστερή πλευρά τους Βακτρίους, με τον Βήσσο τον σατράπη της Βακτριανής. Δίπλα σύνταξε τους Δάες και τους Αραχώτους υπό τον Βερσαέντη, τον σατράπη της Αραχωσίας. Κατόπιν παρέταξε τους δικούς του Πέρσες, ιππείς και πεζούς, τους Σούσιους υπό τον Οξάτρη και τους Καδούσιους. Στην άκρα δεξιά πλευρά παρατάχθηκαν και στην ανατολική και τη δυτική πλευρά του Ευφράτη τα συριακά στρατεύματα υπό τον Μαζαίο. Κατόπιν παρατάχθηκαν οι Μήδοι υπό τον Ατροπάτη, οι Παρθυαίοι, οι κατάφρακτοι Σάκες, οι Τάπουροι και οι Υρκάνιοι, ιππείς όλοι, υπό τον Φραταφέρνη. Τελευταίοι παρατάχθηκαν οι Αλβανοί και οι Σακεσίνες. Ο ίδιος ο Δαρείος πήρε θέση στο κέντρο, περιβαλόμενος από το καλύτερο τμήμα του στρατεύματος, τους έφιππους Πέρσες σωματοφύλακες, τους αποκαλούμενους συγγενείς του βασιλέα, τους πεζούς Πέρσες σωματοφύλακες, τους αποκαλούμενους μηλοφόρους, καθώς οι λόγχες τους έφεραν χρυσό μήλο, αντί σαυρωτήρα. Κατόπιν παρέταξε τους «ανασπάστους Κάρας», δηλαδή απογόνους των Καρών, που μετοίκησαν από την πατρίδα τους στα ενδότερα του κράτους, τους άριστους τοξότες Μάρδους και τέλος τους Έλληνες μισθοφόρους.
Πίσω από αυτούς παρατάχθηκαν ασύνταχτοι οι Ούξιοι και οι Βαβυλώνιοι και εκείνοι που κατοικούσαν προς την Ερυθρά θάλασσα και οι Συτακινοί και άλλοι, αγνώστου πλήθους. Ανάμεσα δε στο μέτωπο και τη φρουρά στέκονταν τα δρεπανηφόρα άρματα, μπροστά από τα οποία προπορεύονταν ορισμένα μικρά ιππικά σώματα, στο αριστερό κέρας ήταν Σκύθες και Βακτριανοί με 100 άρματα, και στο δεξιο κέρας Αρμένιοι και Καππαδόκες με 50 άρματα, ενώ τα υπόλοιπα 50 άρματα τοποθετήθηκαν στο μέσο. Η συγκεκριμένη παράταξη του περσικού στρατού αναφέρεται από τον Αρριανό, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αριστόβουλου, ο οποίος λέει ότι την αντέγραψε από το επίσημο σχέδιο που βρέθηκε ανάμεσα στα έγγραφα του περσικού επιτελείου, τα οποία έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων αργότερα μαζί με την υπόλοιπη σκευή του Δαρείου.
Την 1η Οκτώβριου του 331 ΠΚΕ τελευταία του Βοηδρωμιώνα που είχε ορίσει ο χρησμός του Αρίστανδου, παρέταξε ο Αλέξανδρος σε δύο τάξεις το στρατό, που συγκροτείτο συνολικά από 40.000 πεζούς και 7.000 ιππείς. Προβλέποντας το σχέδιο του Δαρείου, ο Αλέξανδρος παρέταξε τις δυνάμεις του έτσι ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα υπερφαλάγγισής τους. Στο κέντρο παρατάχθηκαν έξι τάξεις της φάλαγγας και δεξιά τους οι υπασπιστές έχοντας στο πλευρό τους τις ίλες των εταίρων. Αριστερά της φάλαγγας τάχθηκαν 500 πεζοί και 2.000 Θεσσαλοί ιππείς. Πίσω από την πρώτη γραμμή αναπτύχθηκαν οι υπόλοιποι οπλίτες και πελταστές του στρατού σχηματίζοντας αμφίστομη φάλαγγα, ώστε σε οποιαδήποτε προσπάθεια υπερφαλάγγισης και κύκλωσης να μπορούν να σχηματίσουν νέο μέτωπο πλάγιο (επικαμπή) ή αντίθετο του αρχικού.
Στη δεξιά πλευρά ο Αλέξανδρος τοποθέτησε ελαφρούς πεζούς και ιππείς. Μπροστά από τις ίλες των εταίρων παρατάχθηκαν σε πλαγιοφυλακή οι Αγριάνες ακοντιστές, υποστηριζόμενοι στο δεξιό τους πλευρό από ψιλούς τοξότες και ακοντιστές. Τις μονάδες των ψιλών υποστήριζαν με τη σειρά τους οι πρόδρομοι σαρισσοφόροι υπό τον Αρέτη και οι Παίονες ελαφροί ιππείς. Την πλαγιοφυλακή, που κάλυπτε τον χώρο μεταξύ των δυο κυρίων γραμμών μάχης, κάλυπταν Έλληνες ιππείς και τμήματα Αγριάνων και ψιλών τοξοτών. Την εμπροσθοφυλακή του δεξιού ελληνικού κέρατος αποτελούσαν οι ιππείς του Μενίδα. Με τον ίδιο τρόπο παρατάχθηκαν και στην αριστερή πλευρά τμήματα Κρητών τοξοτών και Θρακών ακοντιστών, ως πλαγιοφυλακή υποστηριζόμενα από θρακικά και ελληνικά τμήματα ιππικού. Εμπροσθοφυλακή του αριστερού κέρατος αποτελούσε το τμήμα του μισθοφορικού ιππικού του Ανδρόμαχου. Τέλος, τη φύλαξη του στρατοπέδου ανέλαβαν οι Θράκες πελταστές.

Η μάχη 

Στην απλούστερη εκδοχή της και προκειμένου να κατανοήσει ο αναγνώστης τις εκδραματισμένες και ενίοτε αμφισβητούμενες σκηνές που παρατίθενται πιο κάτω, η μάχη ξεκίνησε με τους Πέρσες να επιτίθενται στο δεξιό πλευρό των Ελλήνων. Τότε ο Αλέξανδρος ενίσχυσε τη δεξιά πλευρά με ιππείς. Ο Δαρείος με τη σειρά του έστειλε και άλλες ενισχύσεις στο σημείο αυτό, δημιουργώντας, όμως, κενό στο αριστερό του πλευρό. Αντιλαμβανόμενος το κενό ο Αλέξανδρος επιτέθηκε αστραπιαία επικεφαλής των εταίρων. Μέσα από το κενό αυτό προσπάθησε να στραφεί προς το κέντρο του περσικού στρατεύματος, τρέποντας τη φρουρά του Δαρείου που πολεμούσε σκληρά από το άρμα του σε φυγή. Ο Δαρείος, εκτεθειμένος μετά την υποχώρηση της προσωπικής φρουράς του αναγκάστηκε να διαφύγει με τη σειρά του. Η φυγή γενικεύτηκε και όταν ο Αλέξανδρος έσπευσε προς ενίσχυση του Παρμενίωνα, η μάχη είχε ουσιαστικά λήξει. Ο Αλέξανδρος κατεδίωξε τους Πέρσες ως τα Άρβηλα, ενώ ο Δαρείος κατόρθωσε να διαφύγει στη Μηδία, με φρουρά μερικών χιλιάδων ιππέων.
Ας δούμε ωστόσο και την αναλυτική εικόνα αυτής της σπουδαίας μάχης από άποψης τακτικής. Καθώς πλησιάζουν οι δύο στρατοί ο Αλέξανδρος βρίσκεται απέναντι από τον Δαρείο και το αριστερό περσικό κέντρο, δηλαδή τους Πέρσες, δορυφόρους τους Ινδούς, τους Αλβανούς και τους Κάρες. Κατανοεί πως υπερφαλαγγίζεται από το αριστερό του εχθρού και δίνει εντολή να προελάσουν δεξιά του σε λοξή τάξη και κλιμακωτά ο Κλείτος με την ίλη του, οι ψιλοί δεξιά της και οι υπασπιστές και όλες οι τάξεις της φάλαγγας. Ο Δαρείος αναγκαστικά μετακίνησε πάλι το μέτωπο προς τα αριστερά, για να εμποδίσει τούτη την κίνηση του Αλέξανδρου. Εξαιτίας του όγκου του περσικού στρατεύματος υπερφαλάγγιζε συνεχώς τους Μακεδόνες προς τα αριστερά. Διακρίνοντας ο Δαρείος πως ο Αλέξανδρος σε αυτή την πορεία προς τα δεξιά είχε ξεπεράσει τον χώρο που εξομάλυνε για την επίθεση των αρμάτων, θεώρησε ότι έπρεπε να αναχαιτίσει κάθε είδους κίνηση προς αυτό το σημείο. Για αυτό διέταξε τους θωρακισμένους Σκύθες και χίλιους Βακτρίους ιππείς υπό τον Βήσσο να υπερφαλαγγίσουν το δεξί πλευρό των Μακεδόνων και να αναχαιτίσουν την προς τα δεξιά κίνησή τους. Εναντίον τους έστειλε ο Αλέξανδρος τους ιππείς με επικεφαλής τον Μενίδα.
Βλέποντας τον Μενίδα να προελαύνει, οι Βάκτριοι και οι Σκύθες σταμάτησαν την κυκλωτική τους κίνηση και του επιτέθηκαν, αναγκάζοντάς τον να οπισθοχωρήσει. Λίγο μετά επιτίθενται οι Παίονες και Έλληνες ιππείς και οι Βάκτριοι μαζί με τους Σκύθες υποχωρούν. Ενώ εξακολουθεί ακόμα η ιππομαχία και το μέτωπο συνεχίζει να προωθείται σταθερά λοξά, οι μακεδονικές ίλες και οι υπασπιστές βρίσκονται πλέον απέναντι από τα δρεπανηφόρα. Ο Δαρείος εξαπολύει τα δρεπανηφόρα και δίνει εντολή να ακολουθήσει η πρώτη παράταξη ολόκληρου του στρατού, ελπίζοντας πως τα άρματα θα επιφέρουν σύγχυση στη φάλαγγα και ότι μέσα σε αυτή τη σύγχυση και με την επίθεση του υπόλοιπου στρατού, θα υπερνικήσει τη μακεδονική φάλαγγα. Τα άρματα αποδείχθηκαν ωστόσο άχρηστα. Τα άλογα αναχαιτίζονταν εύκολα ή τα τραυμάτιζαν οι Αγριάνες και οι τοξότες, ορισμένοι από τους οποίους άρπαζαν τα χαλινάρια, έριχναν τους ηνίοχους και έσφαζαν τα άλογα. Έτσι, πολλά από αυτά ακινητοποιήθηκαν, άλλα στράφηκαν προς τα πίσω και άλλα, όσα έφθασαν έως τη φάλαγγα, περνούσαν ανάμεσα από τα ανοίγματα που άφηναν οι φαλαγγίτες αραιώνοντας, για να τα παραλάβουν πιο πίσω εκτεθειμένα οι ιπποκόμοι.
Απαλλαγμένος ο Αλέξανδρος, από τα δρεπανηφόρα και βλέποντας να ακολουθεί η κύρια δύναμη των Περσών, έδωσε και εκείνος εντολή να αντεπιτεθούν τα στρατεύματα της πρώτης του παράταξης, που έμεναν ως εκείνη τη στιγμή ακίνητα. Παράλληλα, έδωσε εντολή στον Αρέτη να αποκρούσει με τους Παίονές του τους εχθρούς που επιτέθηκαν στη δεξιά πλευρά του, κάτι που εκείνος έπραξε με τον καλύτερο τρόπο, κρίνοντας τη μάχη και πίσω από το κυρίως μέτωπο. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος επικεφαλής της ίλης του Κλείτου, σταματώντας τη λοξή κίνηση, όρμησε κατά της περσικής παράταξης και επιτέθηκε με όλους τους εταίρους στο ρήγμα που δημιουργήθηκε από την κίνηση των Βακτρίων.
Με αυτόν τον τρόπο έσπασε το εχθρικό μέτωπο και ο Αλέξανδρος επιτέθηκε κατευθείαν εναντίον του Δαρείου, γύρω από τον οποίο έγινε φοβερή ιππομαχία. Την ίδια στιγμή επιτέθηκε και η μακεδονική φάλαγγα, η οποία συντεταγμένη πυκνά και προτείνοντας τις μακριές σάρισσες πίεσε ακόμα περισσότερο τους αντιπάλους. Η μάχη πιθανώς εδώ θα παρατεινόταν περισσότερο, γιατί εδώ βρίσκονταν τα καλύτερα στρατεύματα του Δαρείου, Έλληνες, Κάρες, Πέρσες δορυφόροι, συγγενείς του βασιλέα και άλλοι που τράπηκαν σε φυγή, ωστόσο, αφήνοντας τον μεγάλο βασιλέα εκτεθειμένο. Ο Δαρείος εκτιμώντας τον προσωπικό κίνδυνο που διέτρεχε, διέταξε το άρμα του να στραφεί προς τα πίσω, τρεπόμενος και ο ίδιος σε μακρά φυγή.
Κατά τη διάρκεια της γοργής προέλασης του Αλέξανδρου, ωστόσο, δημιουργήθηκε ένα κενό μεταξύ της τέταρτης και της πέμπτης τάξης της φάλαγγας. Μέσα από αυτό το κενό πέρασε μεγάλος αριθμός Περσών και Ινδών ιππέων και έφθασε ως το ελληνικό στρατόπεδο σφαγιάζοντας τους υπηρέτες και τους ιπποκόμους, παρά την αρχική αντίσταση των Θρακών που δέχθηκαν επίθεση από πίσω από τους αιχμαλώτους και κατατροπώθηκαν. Άλλοι Ινδοί, Πέρσες και Πάρθοι ιππείς άρχισαν να πλαγιοκοπούν το θεσσαλικό ιππικό, με αποτέλεσμα ο Παρμενίων να ζητήσει βοήθεια από τον Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος, μαθαίνοντας τι συνέβαινε στους άλλους τομείς του μετώπου, έσπευσε να ενισχύσει τα πιεζόμενα τμήματα του χτυπώντας την αδιάσπαστη δεξιά πλευρά των Περσών. Χτυπάει πρώτα τους Ινδούς και τους Πάρθους που επιστρέφουν κυνηγημένοι από το στρατόπεδό του. Στη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν 60 εταίροι και τραυματίστηκαν βαριά ο Ηφαιστίωνας και ο Μενίδας. Κατόπιν, συνέχισε την επίθεσή του ο Αλέξανδρος προς ενίσχυση των ανδρών του Παρμενίωνα, αλλά οι Πέρσες, έχοντας πλέον αντιληφθεί την υποχώρηση του υπόλοιπου στρατεύματος, τράπηκαν σε φυγή, καταδιωκόμενοι από τους ιππείς του Παρμενίωνα. Ακολούθησε γενική καταδίωξη των ηττημένων, έως ότου έπεσε το σκοτάδι.
Συνέπειες 
Περισσότεροι από 30.000 άνδρες του Δαρείου παραδίδεται ότι σκοτώθηκαν στη μάχη. Οι συνολικές απώλειες των Ελλήνων υπολογίζονται από 100 έως 500 νεκρούς. Αμέτρητα ήταν και τα λάφυρα που περιήλθαν στην κατοχή των νικητών, ανάμεσά τους τα όπλα και το άρμα του Δαρείου, οι 15 ινδικοί ελέφαντες που δε χρησιμοποιήθηκαν στη μάχη, χιλιάδες υποζύγια, χρήματα, τρόφιμα και εφόδια των Περσών. Με αυτόν τον τρόπο έληξε η μεγαλύτερη μάχη της εκστρατείας του Αλέξανδρου, μια μάχη που πλήγωσε βαθιά και ανεπανόρθωτα το γόητρο του περσικού κράτους και του ίδιου του μεγάλου βασιλέα είτε πολέμησε σκληρά σύμφωνα με κάποιους, είτε ήταν όντως δειλός στη μάχη.
Ο μεν Αλέξανδρος αναγορεύθηκε μεγάλος βασιλέας τελώντας τις ανάλογες θυσίες, ο δε Δαρείος φυγάδας, έγινε εντέλει θύμα συνωμοσίας εναντίον του με αρχηγό τον Βήσσο, τον σατράπη της Βακτριανής. Από δε τον διαλυμένο στρατό περίπου σαράντα χιλιάδες Πέρσες συγκεντρώθηκαν υπό τον σατράπη Αριοβαρζάνη, γιο του Αρτάβαζου και οχυρώθηκαν στις Περσίδες πύλες, το μόνο σημείο που θα μπορούσαν πλέον να αντισταθούν στον Αλέξανδρο και να διασώσουν την περσική επικράτεια. Ο Αλέξανδρος δεν κυνήγησε τον Δαρείο στις ορεινές περιοχές, ούτε πήρε το δρόμο για τα Σούσα, αλλά τράβηξε για τη Βαβυλώνα.