ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΛΑΟΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ.

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Αναξιμένης ο Μιλήσιος (585-525 π.Χ.)



των Στράτου Θεοδοσίου επίκουρου καθηγητή, Μάνου Δανέζη, αναπληρωτή καθηγητή, Τμήμα Φυσικής – Πανεπιστήμιο Αθηνών, και Milan Dimitrijević, Astronomical Observatory of Belgrade, Serbia



Για τον μαθητή του Αναξίμανδρου, Αναξιμένη, ο αήρ ήταν η αχανής υλική μάζα -που βρισκόταν σε συνεχή κίνηση, όπως ακριβώς το άπειρο του Αναξίμανδρου- στην οποίαν αναγόταν γενετικά καθετί που υπήρχε.

Ένας άλλος Ίωνας φυσιολόγος της περίφημης Ιωνικής Σχολής ήταν ο Αναξιμένης ο Μιλήσιος (585-525 π.Χ.), μαθητής του Αναξίμανδρου, που παραδεχόταν, όπως και ο δάσκαλός του, την άπειρη υπόσταση της πρωταρχικής ουσίας – με κάποιον βέβαια επιπλέον προσδιορισμό: τα?ς ποιότησιν ?ρισμένον.

Ο Αναξιμένης αποδεχόταν κι αυτός, όπως όλοι οι άλλοι Ίωνες φιλόσοφοι, την βασική μονιστική αρχή της Ιωνικής Σχολής ότι τα πάντα πηγάζουν από μία αρχή και τελικά καταλήγουν σ’ αυτήν. Σύμφωνα με τις απόψεις του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου, αρχή των πάντων ήταν ο αέρας, που κατ’ αυτόν ήταν άπειρος, δηλαδή απροσδιόριστος και αιώνιος. Ο αήρ ήταν η αχανής υλική μάζα στην οποίαν αναγόταν γενετικά καθετί που υπήρχε. Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο Ψευδο-Πλούταρχος: «Αναξιμένην δε φασι την των όλων αρχήν τον αέρα ειπείν και τούτον είναι τω μεν μεγέθει άπειρον, ταις δε περί αυτόν ποιότησιν ωρισμένον» {[Plut.] Strom. 3 (D 579)}.

Αήρ και πολλαπλοί κόσμοι

Ο Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει για τον Αναξιμένη ότι, εκτός από μαθητής του Αναξίμανδρου (610-540 π.Χ.), υπήρξε και μαθητής του Παρμενίδη (540-470 π.Χ.) – δεν αντιστοιχούν, όμως, σωστά οι ημερομηνίες–, ενώ επισημαίνει ότι θεωρούσε τον αέρα ως πρώτη αρχή: «Αναξιμένης Ευρυστράτου, Μιλήσιος ήκουσεν Αναξιμάνδρου, ένιοι δε και Παρμενίδου φασίν ακούσαι αυτόν. ούτος αρχήν αέρα είπεν και το άπειρον. Κινείσθαι δε τα άστρα ουχ υπό γην, αλλά περί γην. κέχρηταί τε λέξει Ιάδι απλή και απερίττω» (Φιλοσόφων Βίοι ΙΙ, 3).

Δηλαδή ο Ήλιος, η Σελήνη και όλα τα άστρα δεν περνούν κάτω, αλλά γύρω από τη Γη. Αυτό σημαίνει ότι ο Αναξιμένης «σχεδίασε» μια εικόνα του Κόσμου όχι σφαιρική, όπως πρότεινε ο δάσκαλός του Αναξίμανδρος, αλλά μάλλον ημισφαιρική.

Ο αέρας του Αναξιμένη βρισκόταν σε συνεχή κίνηση, όπως ακριβώς το άπειρο του Αναξίμανδρου. Τελικά από αυτή την αέναη κίνηση του αέρα δημιουργήθηκε όλη η ποικιλία φαινομένων και πραγμάτων. Από τον αέρα μέσω της αραίωσης προερχόταν το πυρ, ενώ μέσω της συμπύκνωσης του αέρα δημιουργήθηκαν τα ύδατα και η γη.

Πράγματι, ο Αναξιμένης θεωρούσε ως καθοριστική υλική αρχή της Δημιουργίας τον αέρα: «τον τα πάντα περιλαμβάνοντα και συνέχοντα και δι ἀραιώσεως και πυκνώσεως πάντα τα ορατά και αισθητά παράγοντα».

Γένεσις και φθορά κόσμων διαδέχονται ακατάπαυστα η μία την άλλη. Ο Αναξιμένης πρέσβευε, όπως και ο Αναξίμανδρος, ότι ο Κόσμος μας δεν ήταν ο μοναδικός που υπήρχε. Ταυτόχρονα υποστήριζε ότι η αχανής μάζα του αέρα περιείχε αναρίθμητους Κόσμους που συνεχώς γεννιούνταν και πέθαιναν, επιστρέφοντας στο αρχικό άπειρο (νεφέλωμα;).

Μολονότι ο Αναξιμένης, όπως ήδη αναφέραμε, υιοθέτησε το «άπειρον» του Αναξίμανδρου για να προσδιορίσει μ’ αυτό την βασική αρχή του, τον αέρα, εντούτοις δεν ακολούθησε την άποψη του προκατόχου του ως προς τα παράγωγά του πρωταρχικού αυτού υλικού στοιχείου. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ στον Αναξίμανδρο έχουμε διαδοχή κόσμων, η φιλοσοφική σκέψη του Αναξιμένη μας οδηγεί στην ταυτόχρονη πολλαπλότητα κόσμων. Φαίνεται πως ο Αναξιμένης υπερκέρασε την φιλοσοφική άποψη του διδασκάλου του και θέλησε να επιφέρει κάποια βελτίωση στο κοσμολογικό σύστημα του Αναξίμανδρου.

Η άποψή του αυτή αντικατοπτρίζει σύγχρονες απόψεις της Αστροφυσικής για άπειρους υπεραισθητούς κόσμους, που συνυπάρχουν με τον δικό μας, αλλά δεν γίνονται αισθητοί από εμάς.

Επίσης, στην φιλοσοφία του παραλλήλισε τον Κόσμο και το άτομο, τον αέρα και την ψυχή, πράγμα που φαίνεται στην μόνη φράση που επιζεί από το έργο του: «Οίον η ψυχή, φησίν, η ημετέρα αήρ ούσα συγκρατεί ημάς, και όλον τον κόσμον πνεύμα και αήρ περιέχει» [(Αέτ. I 3, 4 (D. 278)].

Αυτή η πρόταση περιέχει το σπέρμα της διδασκαλίας της Φυσικής για τον μακρόκοσμο και τον μικρόκοσμο, η οποία διαμορφώθηκε πολύ πολύ αργότερα.

Αυτό ακριβώς θέλουμε να δείξουμε επιμένοντας στην θέση μας ότι ο 17ος αιώνας και οι μετέπειτα δύο αιώνες δεν ήταν τίποτε άλλο από μία ρήξη, μια επικράτηση της Μηχανοκρατίας και, για λίγους αιώνες, του περιορισμένου μοντέλου της Νευτώνειας-Ευκλείδειας επιστήμης, ενώ ουσιαστικά η μη αισθητή γεωμετρία του Riemann είναι εκείνη η οποία περιγράφει αυτό ακριβώς που πίστευαν και πρέσβευαν οι περισσότεροι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι.

Η κίνηση

Το πυρ, όπως ήδη αναφέραμε, παράγεται από την μάνωση (αραίωση) του αέρα, ενώ το νερό και η γη από την συμπύκνωσή του. Αντίθετη διεργασία παρέχει και πάλι τον αέρα. Η κίνηση, κατά τον Αναξιμένη, είναι έμφυτη ιδιότητα της αεριώδους ύλης και με την επενέργειά της επιτυγχάνονται τόσο η αραίωση όσο και η πύκνωση. Δηλαδή ο Αναξιμένης πίστευε ότι από τον αέρα, μέσω μιας διαδικασίας πύκνωσης και αραίωσης, δημιουργήθηκαν το πυρ, το νερό και η γη.

Από τον αέρα διαχωρίστηκαν με πύκνωση τα βαριά σώματα που κατευθύνθηκαν προς τα κάτω και σχημάτισαν την Γη. Μια αντίθετη διαδικασία, μέσω της αραίωσης, σχημάτισε τα ελαφρά σώματα. Αυτά οδηγήθηκαν προς τα επάνω και δημιούργησαν τα άστρα και τον Ήλιο. Η κίνηση των σωμάτων προέκυπτε από την διαφορά στο βάρος και την θερμότητά τους. Τέλος, η συνοχή τους οφειλόταν στον πυκνό και ψυχρό αέρα, τον οποίο περιείχαν τα σώματα αυτά.

Πολύ πιθανόν, όπως διατείνονται πολλοί μελετητές του έργου του, η κίνηση που περιγράφει ο Αναξιμένης να αντικατοπτρίζει την περιστροφική κίνηση. Η περί άξονα, λοιπόν, κίνηση δίνει γένεση σε όλα τα σώματα, τα οποία αφού διανύσουν και τερματίσουν τον βίο τους, διαλύονται μέσω της διαδικασίας της αραιώσεως.

Γη και δημιουργία

Στον Κόσμο μας πρώτη δημιουργήθηκε η Γη από συμπύκνωση του αεριώδους περιβλήματός της. Επειδή δε στον αέρα -καλύτερα απ’ όλα τα σώματα- συγκρατούνται εκείνα που έχουν μεγάλη επιφάνεια, γι’ αυτόν τον λόγο η Γη παρομοιάζεται με τεράστιο πλατύ δίσκο μεγάλης έκτασης. Η Γη ήταν «πλατεία επ ἀέρος οχουμένη», δηλαδή είναι μία πεπλατυσμένη επιφάνεια, η οποία ακινητεί στο κέντρο του Σύμπαντος, στηριζόμενη στον αέρα.

Ο Αριστοτέλης (Περί Ουρανού Β, 294b, 13-17) ανέφερε ότι ο Αναξιμένης, όπως ο Αναξαγόρας και ο Δημόκριτος, θεωρούσαν πως αιτία της ακινησίας της Γης ήταν το πλατύ σχήμα της: «Αναξιμένης δε και Αναξαγόρας και Δημόκριτος το πλάτος αίτιον είναί φασι του μένειν αυτήν. Ου γαρ τέμνειν, αλλ ἐπιπωμάζειν τον αέρα τον κάτωθεν, όπερ φαίνεται τα πλάτος έχοντα των σωμάτων ποιείν ταύτα γαρ και προς τους ανέμους έχει δυσκινήτως δια την αντέρεισιν» (Αριστοτ. Περί Ουρανού Β, 294b, 13-17).

Ο Αναξιμένης, ο Αναξαγόρας και ο Δημόκριτος ισχυρίζονται πως αιτία της ακινησίας είναι το πλατύ σχήμα της (γης). Δεν κόβει, αλλά σκεπάζει σαν καπάκι τον αέρα από κάτω της, πράγμα που φαίνεται να κάνουν τα σώματα με το πλάτος. Αυτά δυσκολεύονται να τα κινήσουν ακόμα και οι άνεμοι, λόγω της αντίστασης.

Πράγματι, ο Αναξιμένης ο Μιλήσιος, θεωρούσε (σύμφωνα με τον Ψευδο-Πλούταρχο) ότι η Γη ήταν πλατιά και πως ο Ήλιος, η Σελήνη, όπως και όλοι οι αστέρες, προήλθαν από τον πλανήτη μας: «Πιλομένου δε του αέρος πρώτην γεγενήσθαι λέγει την γην πλατείαν μάλα· διο και κατά λόγον αυτήν εποχείσθαι τω αέρι· και τον ήλιον και την σελήνην και τα λοιπά άστρα την αρχήν της γενέσεως έχειν εκ γης. Αποφαίνεται γουν τον ήλιον γην, δια δε την οξείαν κίνησιν και μαλ ἱκανῶς θερμήν ταύτην καύσιν λαβείν» {[Plut.] Strom. 3 (D 579) ‹ I, 6}.

Την ίδια πληροφορία βρίσκουμε και στον Ιππόλυτο, ο οποίος χαρακτηριστικά αναφέρει: «Την δε γην πλατείαν είναι επ ἀέρος οχουμένην, ομοίως δε και ήλιον και σελήνην και τα άλλα άστρα πάντα πύρινα όντα εποχείσθαι τω αέρι δια πλάτος. Γεγονέναι δε τα άστρα εκ της γης δια το την ικμάδα εκ ταύτης ανίστασθαι» [Hippol. Ref. I, 7, 4-5 (D. 560 W11)].

Όσον αφορά το σχήμα του πλανήτη μας, αναφέρεται ότι η Γη, που δημιουργήθηκε από την συμπύκνωση του αεριώδους περικαλύμματός της, ήταν επίπεδη και στηριζόταν στον αέρα (Πλούταρχ. «Στρωματείς» Ι, 6 και Ιππόλυτος, «Κατά πασών των αιρέσεων έλεγχος» Ι, 7).

Ο Αέτιος γράφει ότι ο Αναξιμένης υποστήριζε πως η Γη, χάρη στο επίπεδο σχήμα της, επέπλεε στον αέρα, ο οποίος πληρούσε όλο τον χώρο του Σύμπαντος. Στον τελευταίο κρυστάλλινο ουρανό, που αποτελεί την εξώτατη ως προς την Γη στιβάδα τροχιών, βρίσκονται οι αστέρες σαν καρφιά και περιφέρονται έτσι γύρω από την Γη: «Αναξιμένης πυρίνην μεν την φύσιν των άστρων, περιέχειν δε τινα και γεώδη σώματα συμπεριφερόμενα τούτοις αόρατα» [Αέτ. II, 13, 10, (D. 342)].

«Αναξιμένης ήλων δίκην καταπεπηγέναι τα άστρα τω κρυσταλλοειδεί. Ένιοι [;] δε πέταλα είναι πύρινα ώσπερ ζωγραφήματα» [Αέτ. ΙΙ, 14, 3, (D. 344)], και

«Αναξιμένης ουχ υπό γην, αλλά περί αυτήν στρέφεσθαι τους αστέρες» [Αέτ. II, 16, 6, (D. 346)].

Η Γη, λοιπόν, σύμφωνα με τον Αναξιμένη, ήταν ένα επίπεδο σώμα που αιωρούνταν στον αέρα και στηριζόταν πάνω σ’ αυτόν.

Όσον αφορά τον Ήλιο, ο Αναξιμένης πίστευε πως προήλθε από την Γη, ήταν όμοιος μ’ αυτήν, «πλάτος ως πέταλον» [Αέτ. II, 23, 1, (D. 352)] και ότι απέκτησε μεγάλη θερμότητα, λόγω της γρήγορης κίνησής του [Πλούταρχ. «Στρωματείς» Ι, 6 και Στρωματείς I, 3 (D. 579)]. Πρώτη, λοιπόν, σχηματίστηκε η Γη και κατόπιν τα άστρα και οι πλανήτες, που αποτελούσαν το πεπερασμένο Σύμπαν, εντός του οποίου υπήρχε ένα πλήθος σκοτεινών σωμάτων.

Η φιλοσοφία του Αναξιμένη

Ουσιαστικά δύο ήταν οι βασικές έννοιες της φιλοσοφίας του Αναξιμένη, που καθόρισαν την συμβολή του στην επιστήμη.

Αφενός μεν η έννοια του αέρα σαν κάτι το αόρατο, αφετέρου δε η θέση του ότι όλα τα είδη έχουν μία κοινή καταγωγή. Πράγματι, στην καθαρή προκοσμική του κατάσταση ο αέρας ήταν αόρατος χωρίς εσωτερική διάρθρωση και χωρίς ποιοτικά χαρακτηριστικά, έτσι ώστε να κάνουν αισθητή την ύπαρξή του. Γίνεται αισθητός μόνο με την κοσμογονική και κοσμολογική του λειτουργία, όταν η θερμοκρασία και η υγρασία του υπόκεινται σε μεταβολές (ποιοτικός μετασχηματισμός).

Μ’ αυτές τις βασικές φιλοσοφικές έννοιες του Αναξιμένη, η Σχολή της Μιλήτου πρόσφερε στην επιστήμη συγκεκριμένη επιστημονική Κοσμολογία. Επίσης, ο καθαρός λόγος του Αναξιμένη και το ότι εισήγαγε το ποσοτικό κριτήριο για τις ποιοτικές διαφορές τον κάνουν πρόδρομο της «λογικής εξήγησης». Ο Αναξιμένης ήταν ο πρώτος φυσιοδίφης, ο οποίος σε κάθε υλική μεταβολή έβλεπε μία αληθινή αιτία. Πρώτος επίσης διέκρινε τους απλανείς αστέρες από τους πλανήτες και έδωσε την φυσική εξήγηση των ηλιακών και των σεληνιακών εκλείψεων.

Ωστόσο, είναι γεγονός ότι ο Αναξιμένης, παρά την καθαρότητα της φιλοσοφικής σκέψης του, δεν χρησιμοποίησε το εργαλείο των μαθηματικών^ αυτό το βασικό βήμα προς τον ορθολογισμό, όπως θα δούμε στην συνέχεια, θα το κάνουν οι Πυθαγόρειοι.


Βιβλιογραφία Θεοδοσίου Στράτος: Η εκθρόνιση της Γης – Η διαπάλη του γεωκεντρικού με το ηλιοκεντρικό σύστημα. Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα, 2007.


Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

ΔΗΜΟΣ ΗΡΟΔΟΤΟΥ (1923 - 1957)


Ο Δήμος Ηροδότου γεννήθηκε στο Φοινί (Λεμεσός) το 1923 και ήταν έγγαμος με τέσσερα παιδιά. Εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ τον Οκτώβριο του 1955 και ανέλαβε την ευθύντη του συνδέσμου και της τροφοδοσίας της ομάδας Φοινιού-Πλατρών. Ο Ηροδότου διατηρούσε κρύπτες στις οποίες φύλαγε τον οπλισμό της Οργάνωσης, ενώ φιλοξενούσε στο σπίτι του τους αντάρτες.

Λόγω του ότι ήταν ηλεκτρολόγος σε χώρο, που οι Άγγλοι είχαν επιτάξει για τη διαμονή των στρατιωτών (το ξενοδοχείο Park Hotel στις Πλάτρες), συνέλλεγε πολλές και σημαντικές πληροφορίες για τον εχθρό. Ακόμα, μεταξύ άλλων, ο ήρωας συμμετείχε σε επίθεση των ανταρτών εναντίον του Park Hotel και σε δυο επιχειρήσεις ανατίναξης του ελικοπτέρου του Κυβερνήτη Χάρτινγκ.

Διπλή προδοσία και θάνατος του αγωνιστή.

Στις 21 Ιανουαρίου του 1957, ο Δήμος Ηροδότου έλαβε πληροφορίες ότι η ομάδα του Ομόδους προδόθηκε, και έσπευσε στην περιοχή για να ειδοποιήσει τους αντάρτες. Όταν ο αγωνιστής αναχώρησε για το Όμοδος από το Park Hotel, οι προδότες υπέδειξαν στον εχθρό το Δήμο Ηροδότου, τον ανέκοψαν έξω από το χωριό Μανδριά, τον κυνήγησαν και τον σκότωσαν. Τα παιδιά του, Ηρόδοτος, Μάριος, Χάρης και Δημούλα, ορφάνεψαν από το χέρι της προδοσίας…

Ο επικός αγώνας του 1955, προδόθηκε. Από την αρχή, μέχρι το τέλος του.

Τα παιδιά της ΕΟΚΑ, έδωσαν τη ζωή τους, όμως κάποιοι υπονόμευσαν τον Αγώνα. Κάποιοι κοιλιόδουλοι, συμφεροντολόγοι, που αργότερα φυγαδεύτηκαν από τον εχθρό στην Αγγλία, κάρφωναν πισώπλατα τα παιδιά του Διγενή.

Γι΄αυτό, όταν μνημονεύουμε φιλολογικά το Δήμο Ηροδότου, οφείλουμε να θυμίζουμε, πως οι αγγλικές σφαίρες που ορφάνεψαν τα παιδιά του ήρωα, κατευθύνονταν από τους προδότες του Αγώνα. Και όχι να παραλείπεται, όπως έπραξε ο Υπουργός Δικαιοσύνης, κ. Λουκά στις επετειακές εθνικές εκδηλώσεις στο Φοινί (29.03.2009)…

Γιατί, ο αγώνας της ΕΟΚΑ δεν ολοκληρώθηκε, επειδή κάποιοι τον υπέσκαψαν και μας επέβαλαν τις Συμφωνίες της Ζυρίχης. Και άλλοι, τον υποσκάπτουν σήμερα, για να μας «αδελφοποιήσουν» με τον κατακτητή.

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Αναξίμανδρος


Ο Αναξίμανδρος, (610 π.Χ. - 547 π.Χ.) Ήταν ο δεύτερος από τους φυσικούς φιλόσοφους ή φυσιολόγους της Ιωνίας, πολίτης της Μιλήτου, όπως ο Θαλής, του οποίου άλλωστε υπήρξε μαθητής, σύντροφος και διάδοχος στη Σχολή του (Ιωνική Σχολή). Λίγα είναι γνωστά για τη ζωή και το έργο του. Ο Αιλιανός τον αναφέρει ως αρχηγό της αποικίας της Μιλήτου στην Αμφίπολη. Οι υπολογισμοί του Απολλόδωρου υποδεινύουν ως ημερομηνία γέννησής του το 610 π.Χ. και το θάνατό του λίγο μετά το 547 π.Χ.

Οι πηγές τον αναφέρουν ενίοτε ως επιτυχημένο σπουδαστή της Αστρονομίας και της Γεωγραφίας και πρώιμο υπέρμαχο της ακριβούς επιστήμης. Λέγεται, επίσης, ότι εισήγαγε τη χρήση του γνώμονα στην αρχαία Ελλάδα και ότι κατασκεύασε χάρτη του γνωστού τότε κόσμου.

Ο Αναξίμανδρος, σύμφωνα με τον Ψευδο-Πλούταρχο (Στρωματείς 2), εξήγησε την δημιουργία του κόσμου εκκινώντας από το άπειρο. Από το άπειρο ξεχώρισε μια φλόγα και ο νεφελώδης αέρας. Στον πυρήνα του νεφελώματος συμπυκνώθηκε η Γη, ενώ φλόγα έζωνε τον αέρα. Κατόπιν η πύρινη σφαίρα εξερράγη και διαλύθηκε σε κύκλους τυλιγμένους από νεφελώδη αέρα. Οι κύκλοι απλώθηκαν και σχημάτισαν τα ουράνια σώματα. Σύμφωνα με τον Αέτιο, ο Αναξίμανδρος θεωρεί πως τα άστρα είναι συμπυκνώσεις αερίων και πυρός, που δημιουργήθηκαν από περιδινήσεις.

Στην Αστρονομία, όπως αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος, ο Αναξίμανδρος κατασκεύασε ηλιακά ρολόγια, και όπως αναφέρει ο Πλίνιος, υπολόγισε τη λόξωση της εκλειπτικής.

Ο Αναξίμανδρος αποδίδει μια εικόνα της Γης, σύμφωνα με την οποία η γη είναι κυλινδρική με πλάτος τριπλάσιο από το μήκος και οι άνθρωποι κατοικούν στην επάνω επιφάνειά της. Δε στηρίζεται πουθενά και βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος, απέχοντας ίσα από όλα τα σημεία του, (Ψευδο-Πλούταρχος, Στρωματείς 2).

Τελευταίο στάδιο της κοσμογονίας του φιλόσοφου, όπως παραδίδεται από τον Αριστοτέλη (Μετεωρολογικά 67) είναι η αποξήρανση τμημάτων της Γης υπό την επίδραση του Ήλιου. Ό,τι απέμεινε από αυτή την αρχική αποξήρανση διαμόρφωσε τη θάλασσα. Τούτη η βαθμιαία αποξήρανση είναι τμήμα μιας κυκλικής διαδικασίας που δεν οδηγεί, όμως, στην επαναπορρόφηση της γης από το άπειρο.

Ο Αναξίμανδρος διατύπωσε επίσης και μια πρώιμη εξελικτική θεωρία, βάσει της οποίας η ζωή εμφανίστηκε -μέσω προφανώς της αυτόματης γένεσης εξαιτίας της ηλιακής θερμότητας- στον πηλό ή τη λάσπη. Τα πρώτα πλάσματα που παρουσιάστηκαν ήταν ιχθυόμορφα και τα περιέκλειαν κελύφη. Αποβάλλοντας τα κελύφη τα πλάσματα αυτά προσαρμόστηκαν βαθμιαία στο αέριο περιβάλλον. Ο άνθρωπος εμφανίζεται στο τέλος αυτής της εξελικτικής βαθμίδας, γεγονός που μας οδηγεί στη σκέψη ότι ο φιλόσοφος είδε την γένεση του κόσμου και της ζωής ως μια ενιαία εξελικτική διαδικασία, που δεν απέχει πολύ από τη σύγχρονη εξελικτική θεωρία.

Ο Αναξίμανδρος ακόμη, πίστευε ότι κανένα από τα τέσσερα βασικά στοιχεία δεν υπερτερεί στον Κόσμο σε σχέση με τα άλλα, και πως υπάρχει μια "κοσμική δικαιοσύνη" η οποία εξασφαλίζει την ισορροπία αυτή.

Όπως αναφέρει ο Ιππόλυτος, ο Αναξίμανδρος πίστευε πως ο άνεμος είναι αέρας σε κίνηση, πως οι βροχές προέρχονταν από τους ατμούς της Γης, οι οποίοι δημιουργούνταν από την εξάτμιση των υδάτων λόγω της θερμότητας του Ήλιου. Έλεγε πως όταν ο αέρας φυλακίζεται μέσα σε πυκνά σύννεφα, "σκίζει" τα σύννεφα για να διαφύγει, προκαλώντας έντονο θόρυβο, τη βροντή, ενώ, όταν ο αέρας συγκρούεται με τα σύννεφα, δημιουργούνται οι αστραπές.

Επίκεντρο της φιλοσοφίας του Αναξίμανδρου είναι το άπειρον, ένα άπειρο όμως που πιθανώς προσλαβάνει δύο ερμηνείες:

· άπειρον α+πέρας = χωρίς τέλος

· άπειρον α+περάω =αδιαπέραστο

Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως εννοούσε μια πρωταρχική αιτία δίχως όρια στον χώρο. Το άπειρον είναι απεριόριστο στον χώρο και ποιοτικά ακαθόριστο, καθώς δεν προσδιορίζεται μορφικά ως ένα από τα τέσσερα στοιχεία. Στο άπειρο ο Αναξίμανδρος δεν είδε μόνον την πρωταρχική ύλη και την αρχική κατάσταση του κόσμου αλλά και την αιτία της κοσμικής τάξης. Σε αυτή την πρωταρχική ουσία απέδωσε θεϊκές ιδιότητες, χαρακτηρίζοντας το άπειρο ως αθάνατον, ανώλεθρον και θείον, σύμφωνα με τον Σιμπλίκιο (Εις τα Φυσικά 24,13). Η αδυναμία της ανθρώπινης διάνοιας να καθορίσει το άπειρο ποσοτικά και ποιοτικά το καθιστά απεριόριστη πηγή και κατευθυντήρια δύναμη του κόσμου.

· Περί της Φύσεως, του οποίου επιβιώνει απόσπασμα που αναφέρεται στον Σιμπλίκιο. Βέβαια είναι αμφίβολο αν αυτός ήταν ο πραγματικός τίτλος του έργου, μια και συνηθιζόταν στην αρχαιότητα σε ανάλογα έργα να αποδίδεται ο συγκεκριμένος τίτλος.

· Χάρτης του γνωστού κόσμου (χαμένος)

Ορισμένες από τις ιδέες του Αναξίμανδρου διατηρήθηκαν στην (χαμένη) ιστορία της φιλοσοφίας του Θεόφραστου, οι οποίες μάλιστα αναφέρονται και από ύστερους συγγραφείς.

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ

Ο Δημόκριτος (~460 π.Χ.- 370 π.Χ.) ήταν προσωκρατικός φιλόσοφος, ο οποίος γεννήθηκε στα Άβδηρα της Θράκης. Ήταν μαθητής του Λεύκιππου. Πίστευε ότι η ύλη αποτελούνταν από αδιάσπαστα, αόρατα στοιχεία, τα άτομα. Επίσης ήταν ο πρώτος που αντιλήφθηκε ότι ο Γαλαξίας είναι το φως από μακρινά αστέρια. Ήταν ανάμεσα στους πρώτους που ανέφεραν ότι το σύμπαν έχει και άλλους "κόσμους" και μάλιστα ορισμένους κατοικημένους. Ο Δημόκριτος ξεκαθάριζε ότι το κενό δεν ταυτίζεται με το τίποτα ("μη ον"), είναι δηλαδή κάτι το υπαρκτό.
Ο Δημόκριτος γεννήθηκε στα Άβδηρα της Θράκης γύρω στα 460 π.Χ από οικογένεια αριστοκρατικής καταγωγής, δημοκρατικών όμως πεποιθήσεων. Τα Άβδηρα, ανατολικά του ποταμού Νέστου στην ακτή της Θράκης, υπήρξαν ιωνική αποικία που ιδρύθηκε το 654 π.Χ. από κατοίκους των μικρασιατικών Κλαζομενών. Ήταν η τρίτη πλουσιότερη πόλη της Αθηναϊκής συμμαχίας -έδινε φόρο 15 τάλαντα- και όφειλε τον πλούτο της στην άφθονη παραγωγή σιτηρών και στο γεγονός ότι αποτελούσε λιμάνι για τη διεξαγωγή του εμπορίου με το εσωτερικό της Θράκης. Στα Άβδηρα ο Ξέρξης ξεκούρασε το στρατό του το 480 π.Χ. κατεβαίνοντας προς τη νότια Ελλάδα. Σύμφωνα, μάλιστα, με μια μαρτυρία αυτός που φιλοξένησε τον Ξέρξη στην πόλη ήταν ο πατέρας του Δημόκριτου, αλλά γενικά η ιστορία αυτή θεωρείται από τους μελετητές ως πλαστή: το ανέκδοτο φαίνεται να προέκυψε από μια γενικότερη προσπάθεια σύνδεσης της ελληνικής φιλοσοφίας με την Ανατολή, αφού σύμφωνα μ' αυτό ο Ξέρξης άφησε στον πατέρα του Δημόκριτου κάποιους Μάγους, οι οποίοι μύησαν το Δημόκριτο στα μυστικά δόγματα της «φιλοσοφίας» τους .

Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Δημόκριτος στο Μικρό διάκοσμο, ήταν νέος όταν ο Αναξαγόρας ήταν γέρος. Με βάση αυτό το στοιχείο η ημερομηνία γεννήσεως που παραδίδει ο Απολλόδωρος (80η ολυμπιάδα=460-456 π.Χ.) φαίνεται λογικότερη από άλλες χρονολογίες που μας παραδόθηκαν.
Από τη νεανική του ηλικία ο Δημόκριτος έδειξε την κλίση του προς τη μελέτη και την έρευνα της φύσης. Χαρακτηριστικό είναι το ανέκδοτο που παραδίδει ο Διογένης Λαέρτιος (9, 36) και το οποίο φανερώνει το βαθμό αφοσίωσης του Δημοκρίτου στο στοχασμό: «(Ο Δημήτριος) αναφέρει ότι ήταν τόσο φιλόπονος, ώστε χώρισε ένα δωμάτιο στον κήπο του σπιτιού και κλείστηκε εκεί μέσα. Όταν κάποτε ο πατέρας του οδήγησε ένα βόδι για να το θυσιάσει και το έδεσε σ’ εκείνο το μέρος, ο Δημόκριτος για αρκετή ώρα δεν τον αντιλήφθηκε, έως ότου ο πατέρας του τον σήκωσε με πρόφαση τη θυσία και του ανέφερε τα σχετικά με το βόδι».

Κατά τη μοιρασιά της πατρικής περιουσίας ανάμεσα στο Δημόκριτο και τα δύο αδέρφια του ο πρώτος, σύμφωνα με μια μαρτυρία, προτίμησε να λάβει το μικρότερο μερίδιο σε χρήματα (100 τάλαντα). Αυτά τα χρήματα τα ξόδεψε ταξιδεύοντας σε όλο σχεδόν τον τότε γνωστό κόσμο. Τα ταξίδια του στην Αίγυπτο, την Περσία και τη Βαβυλώνα θεωρούνται σχεδόν σίγουρα, ενώ τα ταξίδια στην Αιθιοπία και την Ινδία είναι λιγότερο βέβαιο ότι πραγματοποιήθηκαν. Όπως αναφέρει και ο ίδιος: «Εγώ, λοιπόν περιπλανήθηκα σε περισσότερους τόπους της γης απ’ τους ανθρώπους της εποχής μου, ερευνώντας τα πιο μακρινά μέρη, και γνώρισα πάρα πολλές χώρες και κλίματα και άκουσα πάρα πολλούς μορφωμένους ανθρώπους, αλλά στη σύνθεση σχημάτων που συνοδεύονται από απόδειξη κανείς ως τώρα δε με ξεπέρασε, ούτε ακόμη και αυτοί από τους Αιγυπτίους που ονομάζονται Αρπεδονάπτες. Μαζί και με την παραμονή μου σ’ αυτούς, έζησα συνολικά οχτώ χρόνια σε ξένη χώρα».Στη διάρκεια αυτών των περιπλανήσεων θα πρέπει σίγουρα να επισκέφτηκε τα μεγάλα πνευματικά κέντρα της Ιωνίας, κυρίως την Έφεσο και τη Μίλητο, όπου θα γνώρισε από κοντά τη φιλοσοφία του Θαλή, του Αναξίμανδρου, του Αναξιμένη και του Ηρακλείτου. Στη Μίλητο ίσως να συνάντησε για πρώτη φορά τον άνθρωπο που έμελλε να σημαδέψει η ζωή του, το Λεύκιππο. Απ’ αυτόν θα πρέπει να διδάχτηκε τη φιλοσοφία του Παρμενίδη, του Εμπεδοκλή, του Πυθαγόρα. Μάλιστα, για τον τελευταίο θα συντάξει ο Δημόκριτος αργότερα ειδική πραγματεία.

Δεν παρέλειψε να επισκεφτεί και το μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο της εποχής του, την Αθήνα, φαίνεται όμως ότι η παρουσία του εκεί πέρασε σχετικά απαρατήρητη. Σύμφωνα με μια εκδοχή αυτό αποτελούσε επιλογή του ίδιου του Δημόκριτου, επειδή ένιωθε μεγάλη περιφρόνηση προς τη δόξα. Η επίσκεψη του Δημόκριτου στην Αθήνα ήταν κάτι φυσιολογικό, αφού η πόλη αποτελούσε την πνευματική πρωτεύουσα της Ελλάδας, ενώ και τα Άβδηρα ήταν μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Ίσως, όμως, η εμπόλεμη κατάσταση, στην οποία βρισκόταν τότε η Αθήνα λόγω τουΠελοποννησιακού πολέμου, να οδήγησε το Δημόκριτο στην απόφαση να ιδρύσει τη σχολή του στα Άβδηρα. Πάντως, ο φιλόσοφος σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να περιφρονούσε την Αθήνα, αφού ο ίδιος ήταν δημοκρατικός, ενώ πολλές από τις απαντήσεις που έδωσε σε φιλοσοφικά προβλήματα υποβάλλουν την εντύπωση ότι γνώριζε καλά τη φιλοσοφία του Σωκράτη, του Πλάτωνα, του Αντισθένη, του Αρίστιππου και του Αναξαγόρα.
Όταν ο Δημόκριτος επέστρεψε κάποτε στα Άβδηρα, είχε αναλώσει πια όλο το μερίδιό του της πατρικής κληρονομιάς. Τη φροντίδα του και τη συντήρησή του ανέλαβε ο αδελφός του Δάμασος. Ο Δημόκριτος αποδείχτηκε χρήσιμος για τον αδερφό του: σύμφωνα με μια μαρτυρία προέβλεψε επικείμενη νεροποντή και τον συμβούλεψε να μαζέψει την παραγωγή του από τους αγρούς. Όσοι από τους Αβδηρίτες τον πίστεψαν έσωσαν τις περιουσίες τους, οι άλλοι καταστράφηκαν. Το ανέκδοτο αυτό φαίνεται ότι πλάστηκε, για να απαντήσει στις κατηγορίες ότι η μελέτη της φιλοσοφίας είναι άχρηστη σε πρακτικά ζητήματα της ανθρώπινης ζωής. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για την ακόλουθη ιστορία: ο Δημόκριτος προέβλεψε μελλοντική ανατίμηση του λαδιού και αγόρασε όλη την ντόπια ελαιοπαραγωγή πολύ φθηνά. Όταν η ανατίμηση πράγματι έγινε, ο ίδιος απέδωσε τα κέρδη του στους συμπολίτες του, επειδή περιφρονούσε τα πλούτη.

Φαίνεται ότι η εκτίμηση που απολάμβανε ο Δημόκριτος από τους συμπατριώτες του προκάλεσε το φθόνο ορισμένων απ' αυτούς, οι οποίοι σκέφτηκαν να ζητήσουν στην περίπτωση του φιλοσόφου την ενεργοποίηση ενός πατροπαράδοτου νόμου, ο οποίος προέβλεπε την απαγόρευση της ταφής στην πατρίδα όποιου είχε σπαταλήσει την πατρική περιουσία. Ο Δημόκριτος απάντησε διαβάζοντας στους συμπολίτες του το Μέγα διάκοσμο. Το έργο αποτιμήθηκε από τους συμπολίτες του στα 500 τάλαντα, ενώ ορίστηκε να του αφιερωθούν και 20 ανδριάντες από χαλκό. Και η ιστορία αυτή φαίνεται πλαστή, αφού ο Μέγας διάκοσμος πρέπει να είναι έργο του Λεύκιππου. Η δημιουργία της ίσως να αποτελεί και πάλι μια απάντηση στην κατηγορία ότι η μελέτη της φιλοσοφίας είναι άχρηστη: ο Δημόκριτος όχι μόνο δε σπατάλησε την πατρική περιουσία, αλλά την πολλαπλασίασε (από 100 την έκανε 500 τάλαντα), αφού δημιούργησε ένα πολύτιμο φιλοσοφικό έργο.

Στα Άβδηρα ο Δημόκριτος αφοσιώθηκε στη διδασκαλία και τη συγγραφή των έργων του. Η προκοπή του στη σοφία ήταν τέτοια, ώστε αποκλήθηκε Σοφία ή Φιλοσοφία. Ονομάστηκε επίσης Γελασίνος (=ο γελαστός), αφού αντιμετώπιζε τη ζωή πάντα με αισιοδοξία, γαλήνη και καρτερία. Κατά μια εκδοχή ονομάστηκε έτσι, επειδή περιγελούσε τις καθημερινές θλίψεις και ελπίδες που απασχολούσαν τους άλλους ανθρώπους. Το πιθανότερο είναι ο χαρακτηρισμός να προέρχεται από την άποψη του Δημόκριτου ότι η ευθυμία αποτελεί στόχο για τη ζωή του κάθε ανθρώπου.
Σύμφωνα με μια άλλη φανταστική ιστορία ο Δημόκριτος αυτοτυφλώθηκε καίγοντας τα μάτια του με την αντανάκλαση του ήλιου πάνω σε μια χάλκινη ασπίδα. Το κίνητρο που δινόταν γι' αυτήν την πράξη δύσκολα μπορεί να ανταποκρίνεται στις διαθέσεις του ίδιου του φιλοσόφου: ήθελε τάχα να επιδοθεί απερίσπαστος από τη μαγεία της όρασης στο στοχασμό και την ερμηνεία των νόμων της φύσης. Αυτή η περιφρόνηση της αίσθησης φαίνεται ότι έχει ως πηγή της την πλατωνική παράδοση παρά τη γνήσια διδασκαλία του Δημόκριτου. Ο ίδιος ο φιλόσοφος θεωρούσε πολύτιμες τις εντυπώσεις των αισθήσεων ως πρώτη ύλη για την ερμηνεία της φύσης, αρκεί αυτές οι εντυπώσεις να διυλίζονταν από την κριτική ικανότητα του ανθρώπινου νου.

Φαίνεται ότι πέθανε σε πολύ προχωρημένη ηλικία, αφού κατατασσόταν στους μακροβιότερους Έλληνες στοχαστές. Διάφορες πηγές παραδίδουν ότι έζησε από 90 ως και 109 χρόνια. Δε γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία του θανάτου του, η οποία τοποθετείται συμβατικά στο 370 ή 360 π.Χ. Και για το τέλος του φιλοσόφου υπάρχουν διάφοροι θρύλοι. Σύμφωνα με έναν απ' αυτούς ήθελε να αυτοκτονήσει, όντας σε βαθιά γεράματα, με αποχή από την τροφή. Επειδή, όμως, ήταν οι ημέρες των Θεσμοφορίων και οι γυναίκες της οικογένειας ήθελαν να τις γιορτάσουν, τον παρακάλεσαν να αναβάλλει το θάνατό του για λίγες μέρες. Διέταξε τότε να του φέρουν κοντά ένα αγγείο με μέλι (ή ζεστά ψωμιά κατά άλλη εκδοχή) και έζησε, ώσπου να περάσουν οι γιορτές, μόνο με τη μυρωδιά του μελιού. Όταν πέρασαν οι μέρες, παραδόθηκε στο θάνατο.

Τα ενδιαφέροντα του Δημόκριτου ήταν εξαιρετικά πλατιά. Ασχολήθηκε σχεδόν με όλους τους τομείς της ανθρώπινης γνώσης: μαθηματικά, μουσική, γεωμετρία, μετεωρολογία, γλωσσολογία, τέχνη του πολέμου, κοσμολογία, αστρονομία, βιολογία, γεωλογία, γεωγραφία, λογική, ηθική, αισθητική, ιστορία, παιδεία, με φανερή αποχή από τη θρησκεία και την πολιτική. Από αυτήν την άποψη υπήρξε κατά κάποιο τρόπο πρόδρομος του Αριστοτέλη, ένας καθολικός νους, ένα πνεύμα εγκυκλοπαιδικό. Μεταγενέστεροι μελετητές του στην αρχαιότητα (ίσως ήδη ο Καλλίμαχος) χώρισαν το έργο του σε δεκατρείς τετραλογίες, ενταγμένες σε πέντε ομάδες έργων: τα ηθικά (δύο τετραλογίες), τα φυσικά (τέσσερις τετραλογίες), τα μαθηματικά (τρεις), τα μουσικά (δύο), τα τεχνικά (δύο). Σ' αυτές τις τετραλογίες πρέπει να προστεθούν εννιά αταξινόμητα έργα και εννιά που φέρουν τον τίτλο Αιτίαι, σύνολο 70 έργα. Κατάλογο των έργων του μας παραδίδει ο Διογένης Λαέρτιος, ενώ κάποιοι επιπλέον τίτλοι σώζονται στη Σούδα, στο Σέξτο και τον Απολλώνιο Δύσκολο.

Από τα αποδιδόμενα στο Δημόκριτο έργα είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Μέγας διάκοσμος ήταν στην πραγματικότητα έργο του Λεύκιππου. Η πληροφορία αυτή προέρχεται από την Περιπατητική Σχολή και μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη, αφού έχει την αφετηρία της στις ειδικές πραγματείες για το Δημόκριτο, που συνέταξαν τόσο ο Αριστοτέλης όσο και ο Θεόφραστος. Στον Λεύκιππο αποδίδεται από τον Αέτιο και ένα άλλο έργο, το Περί νου. Δεν έχουμε λόγους να αμφιβάλλουμε γι’ αυτήν την πληροφορία. Το περιεχόμενο του έργου μπορεί να αποτελούσε μια επίθεση κατά της αναξαγόρειας θεωρίας για το Νου που διακοσμεί τα πράγματα.

Αν κρίνουμε από τον αριθμό των έργων του Δημόκριτου, η συγγραφική του δραστηριότητα πρέπει να εκτεινόταν σε μια μεγάλη χρονική περίοδο. Δεν μπορούμε, ωστόσο, να αποδώσουμε διαφορετικά έργα σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του, αφού κανένα απ’ αυτά τα έργα δε σώθηκε ακέραιο. Ούτε και η δήλωσή του ότι έγραψε το Μικρό διάκοσμο 730 χρόνια μετά την πτώση της Τροίας (απ. Ι) μας βοηθά ιδιαίτερα στη χρονολόγηση του έργου, αφού αγνοούμε πότε τοποθετούσε τον τρωικό πόλεμο ο φιλόσοφος.

Το ύφος του Δημόκριτου επαινούνταν πολύ στην αρχαιότητα και αξιολογούνταν στο ίδιο επίπεδο μ' αυτό του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Ήταν ποιητικό, αν και όχι σε στίχο, γοργό και με διαυγή εκφραστικά μέσα, διακρινόταν για τη μορφική του τελειότητα, την εύστοχη χρήση των λέξεων και τη σαφήνεια.

Από τον τεράστιο όγκο των γραπτών του σώζονται ελάχιστα αποσπάσματα, κυρίως ηθικού περιεχομένου, τα οποία ανευρίσκονται σε μεταγενέστερους συγγραφείς ως παραθέματα ή παραφράσεις. Κύριες πηγές μας για τη φιλοσοφία του είναι ο Αριστοτέλης, ο Θεόφραστος, ο Σέξτος ο Εμπειρικός, ο Αλέξανδρος από την Αφροδισιάδα, ο Ιωάννης ο Φιλόπονος, ο Σιμπλίκιος. Οι ερμηνείες της φιλοσοφίας του Δημόκριτου, οι οποίες δίνονται απ' αυτούς τους συγγραφείς, αποτελούν οδηγό και για τη σύγχρονη έρευνα. Η τελευταία πρέπει πάντα να είναι προσεκτική κυρίως στην περίπτωση του Αριστοτέλη (και των σχολιαστών του), αφού ο τελευταίος έχει την τάση να παρουσιάζει τις απόψεις των προγενεστέρων του φιλοσόφων μέσα από το πρίσμα της δικής του τελολογικής φιλοσοφίας.

Πολλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν το λόγο, για τον οποίο χάθηκαν τα έργα του Δημόκριτου. Άλλοι απέδωσαν την απώλεια στην τύχη, άλλοι στους Επικούρειους, οι οποίοι θα ωφελούνταν από την απώλεια του έργου του Δημόκριτου, καθώς μ’ αυτόν τον τρόπο δε θα ήταν πια φανερή η έλλειψη πρωτοτυπίας της θεωρίας τους. Άλλοι θεώρησαν την απώλεια συνέπεια της κακής φήμης που είχε ο Δημόκριτος ως πρόδρομος των Επικουρείων. Η τρίτη εκδοχή φαίνεται πλησιέστερη στην αλήθεια, αφού ως γνωστόν χάθηκε και το έργο των ίδιων των Επικουρείων.

Άβδηρα


Τα Άβδηρα είναι κωμόπολη του Νομού Ξάνθης της Θράκης στον Νέστο ποταμό. Υπήρξε πατρίδα του φιλόσοφου Δημόκριτου και του σοφιστή Πρωταγόρα, πηγές αναφέρουν ότι τα Άβδηρα ήταν πατρίδα του Λεύκιππου. Ο Στέφανος Βυζάντιος αναφέρει τα Άβδηρα ως Άβδηρον ενώ στη Βιβλιοθήκη του Απολλόδωρου απαντάται και ως (θηλ.) η Άβδηρα

Σύμφωνα με τη μυθολογία, η πόλη ιδρύθηκε από τον Ηρακλή, για να τιμηθεί η μνήμη του συντρόφου του Άβδηρου, ο οποίος κατασπαράχθηκε από τα άλογα του Διομήδη. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, όμως, πρώτος οικιστής υπήρξε ο Κλαζομένιος Τιμήσιος κατά το 654 π.Χ.Η πρώτη αυτή αποικία δεν ευδοκίμησε. Τα Άβδηρα το 545 π.Χ.. ιδρύθηκαν ξανά από τους κατοίκους της ιωνικής Τέω, που έφυγαν από την πατρίδα τους για να αποφύγουν την Περσική υποδούλωση. Οι Τήιοι στην νέα τους πατρίδα έκοψαν νομίσματα, όμοια με εκείνα της Τέω, που έφεραν ως εμπροσθότυπο κεφαλή του Απόλλωνα και στον οπισθότυπο γρύπα.

Καθοριστική για την πορεία της πόλης υπήρξε η παρουσία των Περσών, που άρχισε να γίνεται αισθητή στη Θράκη από το 512 π.Χ. Όταν το 491 π.Χ. ο Μαρδόνιος κυρίευσε τις ελληνικές πόλεις της περιοχής και υπέταξε μερικά από τα θρακικά φύλα, το λιμάνι των Αβδήρων χρησίμευσε ως ορμητήριο των Περσών. Το 480 π.Χ. η πόλη φιλοξένησε τον Ξέρξη και το στρατό του, ενώ το 479 π.Χ. ο βασιλιάς των Περσών φιλοξενήθηκε για μια ακόμη φορά, όταν ηττημένος αποχωρούσε από την νότια Ελλάδα. Ένα χρυσό ξίφος και μια χρυσοποίκιλτη τιάρα ήταν τα δώρα που χάρισε τότε ο Ξέρξης στα Άβδηρα.

Μετά τους Περσικούς πολέμους, τα Άβδηρα γνώρισαν μια μακρά ειρηνική περίοδο μεγάλης οικονομικής και πολιτιστικής ακμής. Έγιναν μέλος της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας πληρώνοντας πολύ υψηλό φόρο, ενώ στενές ήταν και οι σχέσεις τους με το ανεξάρτητο θρακικό βασίλειο των Οδρυσών. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος όμως αποδυνάμωσε την πόλη, καθώς επέφερε στάσεις, συγκρούσεις και ανακατατάξεις των συμμαχιών.

Ιδιαίτερα σημαντικό ήταν το πλήγμα που δέχθηκαν τα Άβδηρα το 376 π.Χ. από την εισβολή 30.000 Τριβαλλών, ενός θρακικού φύλου, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τον αποδεκατισμό των κατοίκων τους. Η πόλη σώθηκε με την επέμβαση του Αθηναίου στρατηγού Χαβρία. Τον επόμενο χρόνο, με τη δύναμή της σημαντικά μειωμένη, αναγκάστηκε να γίνει μέλος της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας και παρέμεινε στη σφαίρα επιρροής των Αθηνών μέχρι το 356 π.Χ. Τη χρονιά εκείνη ο Φίλιππος Β΄ κυρίευσε τα Άβδηρα μαζί με άλλες πόλεις των θρακικών παραλίων.

Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και την κατάτμηση του βασιλείου του, τα Άβδηρα γνώρισαν διαδοχικά την κυριαρχία των Μακεδόνων, των Σελευκιδών και των Πτολεμαίων. Το 170 π.Χ. ο Ρωμαίος στρατηγός Ορτένσιος, με τη βοήθεια των στρατευμάτων του βασιλιά της Περγάμου Ευμένη Β΄, καταλαμβάνει την πόλη, σκοτώνει και εξανδραποδίζει τους κατοίκους της. Η κατάληψη έγινε μετά την προδοσία του Αβδηρίτη Πύθωνος, που υπεράσπιζε το πιο σημαντικό τμήμα των τειχών. Αργότερα οι Αβδηρίτες δικαιώθηκαν από τη ρωμαϊκή Σύγκλητο.

Στα τέλη του 3ου και στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. οι συγκρούσεις μεταξύ των Μακεδόνων και των Ρωμαίων οδήγησαν στην επικράτηση των Ρωμαίων, οι οποίοι το 167 π.Χ. επέβαλαν την κυριαρχία τους στη Μακεδονία και τη Θράκη. Τα Άβδηρα διατήρησαν τότε το καθεστώς της "ελεύθερης πόλης", η εποχή της ακμής τους όμως είχε πλέον περάσει. Η κατασκευή της νέας βασικής οδικής αρτηρίας, της "Εγνατίας οδού", επιτάχυνε το μαρασμό. Οι πλημμύρες του Νέστου και τα έλη που δημιουργήθηκαν και δεν αποξηράνθηκαν προξένησαν στην πόλη ανυπέρβλητα προβλήματα. Έτσι μετατράπηκαν σταδιακά σε μια μικρή και ασήμαντη πολίχνη των Ρωμαϊκών Χρόνων.

Στο τέλος των αρχαίων χρόνων η πόλη περιορίστηκε στο λόφο της αρχαίας ακρόπολης. Τον 6ο αι. μ.Χ. μετονομάστηκε σε Πολύστυλο εξαιτίας των πολλών στύλων (αρχαίων κιόνων) που διακρίνονταν ανάμεσα στα ερείπια της αρχαίας πόλης. Κατά τη βυζαντινή περίοδο υπήρξε έδρα Επισκοπής. Την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, λίγο πριν τις αρχές του 18ου αι., μεταφέρθηκε βορειότερα, στη θέση Παλιόχωρα. Με τη μεταφορά στη νέα θέση υπερίσχυσε το τοπωνύμιο Μπουλούστρα, παραφθορά της ονομασίας "Πολύστυλον".

ΑΜΜΩΝΑΣ ή Άμμων Ρε (ή Ρα)



Σύμφωνα με την αιγυπτιακή μυθολογία, ο θεός Ρα ήταν ο δημιουργός των θεών, των ανθρώπων, του κόσμου. Έμβλημά του ήταν ο ήλιος, το... σύμβολο της ζωής, του φωτός, της γονιμότητας. Έδρα της λατρείας υπήρξε η πόλη Αννού, ή όπως οι αρχαίοι έλληνες την αποκαλούσαν, η Ηλιούπολη, δηλαδή το σημερινό βορινό προάστιο του Καΐρου, Ματάρια. Ας δούμε όμως, αρχικά, πως παριστάνεται ο θεός αυτός στα αρχαιολογικά ευρήματα. Λίγο -πολύ γνωρίζουμε όλοι μας την τάση των αρχαίων Αιγυπτίων να αποδίδουν στους θεούς τους ζωώδη χαρακτηριστικά. Έτσι, λοιπόν, ο θεός αυτός, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Παριστάνεται συνήθως ως άνδρας με κεφαλή ιέρακος. Στο δεξί του τεταμένο-κατά το μήκος του σώματος-χέρι, κρατά το σταυρόσχημο σύμβολο της ζωής(ανγχ). Στο αριστερό του χέρι, αντίθετα, το προτεταμένο, κρατά την ράβδο ή το σκήπτρο της εξουσίας(ουξέρ) ενώ στο κεφάλι του φέρει τον ηλιακό δίσκο με τον ουραίο όφη. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι των λάτρευαν με την μορφή οβελίσκου, όπως δηλαδή λατρεύονταν και πολλές άλλες αρχαίες αιγυπτιακές και αρχαίες ελληνικές θεότητες. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο ναός του ηλίου στην Ηλιούπολη ήταν το ανάκτορο του θεού και το κέντρο της λατρείας του. Θα επιχειρήσουμε τώρα κάτι ακόμη πιο τολμηρό.  Για χιλιάδες χρόνια, ως και σήμερα, όταν οι Αιγύπτιοι θέλουν να πουν "φαίνεται"ή "διακρίνεται" ή "βλέπω" χρησιμοποιούν τη ρίζα "ρα". Η προφορά "ραα" στα αιγυπτιακά σημαίνει "φαίνεται" ενώ το ρήμα "αραου" σημαίνει "βλέπω". "Αουρ", πάλι στα αραβικά, σημαίνει βουνό. Ο παραπάνω συλλογισμός σίγουρα μας θυμίζει το αρχαιοελληνικό ρήμα "οράω", που σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα, δηλαδή "βλέπω". Μας θυμίζει επίσης το αρχαιοελληνικό " όρος". Το όρος, δηλαδή το βουνό. Σημείο σε μεγάλο υψόμετρο, από το οποίο μπορούμε να έχουμε ορατότητα. Σημείο που τόσο στην αρχαία Ελλάδα όσο και στην αρχαία Αίγυπτο, αποτελούσε κατοικία θεών. Το "όρος" είναι φυσικό "όριο". Δηλαδή ορίζει, καθορίζει, περιορίζει μία περιοχή. Μία πολύ γνωστή μας ονομασία πόλεως, η Ιερουσαλήμ, στα αραβικά προφέρεται και γράφεται με την αραβική γραφή "αουρουσαλίμ" και περιλαμβάνει, ως πρώτο συνθετικό της, τη ρίζα "ρα", (αουρ)μεταφραζόμενη ως " το όρος", και δεύτερο συνθετικό, το "σαλίμ" ή "σαλάμ" που σημαίνει "ειρήνη".(Έχετε ακούσει το αραβικό " σαλάμ αλαίκομ"; Σημαίνει "ειρήνη σε εσάς"). Συνεπώς, η ονομασία της πόλεως σημαίνει στην ελληνική " το όρος της ειρήνης".


Πιθανότατα αυτοί οι γλωσσολογικοί συνειρμοί δεν είναι καθόλου τυχαίοι. Ο ήλιος-Ρα ατένιζε από ψηλά τα πάντα, κάθε φορά που πρόβαλε στο ουράνιο στερέωμα. Είχε την παντοκρατορία και τον έλεγχο όλου του κόσμου, όπως οι δικοί μας θεοί του Ολύμπου. Τίποτε δεν μένει κρυφό από τον Ρα. "Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον", έλεγαν οι αρχαίοι έλληνες. Πράγματι, καμία καλοσύνη και καμία αμαρτία δεν μπορούσε να μείνει απαρατήρητη από τον ήλιο. Έτσι, ο ήλιος και το ηλιακό φως θεοποιήθηκε λίγο -πολύ σε όλους τους αρχαίους πολιτισμούς. Θυμηθείτε τον Οιδίποδα. Τυφλώθηκε για να μην αντικρίζει το φως του ήλιου. Και πράγματι, όσοι είχαν διαπράξει μίασμα στην αρχαία ελληνική παράδοση, δηλαδή κάποιο σοβαρό αμάρτημα που απαιτούσε θεϊκή τιμωρία, δεν έπρεπε να βγουν στο φως του ήλιου.

Ο Ρα της Αιγύπτου ήταν ο πρώτος βασιλιάς και ο δημιουργός των πάντων. Πιθανότατα στην Ηλιούπολη, τα λατρευτικά χαρακτηριστικά του αναμείχθηκαν με τα αντίστοιχα του Όσιρη. Από τότε, τα διακοσμητικά πλαίσια, τα οποία αποτελούν τον παραδοσιακό τρόπο για να γράφονται σε αυτά οι τίτλοι των Φαραώ, περιείχαν τον ανάλογο τίτλο που έδειχνε ότι ο βασιλιάς ήταν ο γιος του Ρα. Συχνά, επίσης, ο θεός αυτός ταυτίζεται με τον θεό Ώρο. Όταν ένας Φαραώ πέθαινε, γινόταν ένα με τον Όσιρη ή τον Ρα. Είναι φανερό, συνεπώς, ότι η μυθολογία του Όσιρη και του Ρα έχουν κοινά στοιχεία. Απόδειξη για τον παραπάνω συλλογισμό αποτελεί το εξής κείμενο, σε μετάφραση από τις αρχαίες αιγυπτιακές γραφές: "Ο Φαραώ Τούθμωσης ο Γ' (βασίλεψε περίπου 1479-1425 π.Χ.) ανέβηκε στα ουράνια, ενώθηκε με τον ηλιακό δίσκο. Το σώμα του θεού ενώθηκε με τον απόγονό του. Μόλις χάραξε η άλλη μέρα ο ηλιακός δίσκος φεγγοβόλησε, ο ουρανός αστραποβόλησε, ο Φαραώ Αμενχοτέπ Β' ανέβηκε στον θρόνο του πατέρα του."

Η πιο αρχαία μορφή του αιγυπτιακού μύθου της δημιουργίας, παρουσιάζει τον θεό-ήλιο Ρα, να κάθεται επάνω σε έναν πανάρχαιο λόφο, (συσχετίστε τον λόφο με την γλωσσολογική ανάλυση που προηγήθηκε)και να δημιουργεί τους θεούς, οι οποίοι αποτελούν την ακολουθία του. Ο ίδιος όμως θεός, κατά μίαν άλλη παράδοση, εικονίζεται ότι αναδύεται από τον Νουν, δηλαδή τον αρχέγονο ωκεανό. Ο Ρα, αφού αναδύθηκε από τον ωκεανό, έβαλε σε τάξη τα στοιχεία του χάους, που παρουσιάζονται στα κείμενα ως θεοί με συγκεκριμένες ιδιότητες.

Μία άλλη, πρώιμη μορφή του μύθου, σύμφωνα με τα βιβλία των Πυραμίδων, παριστάνει τον Ρα να αυτογονιμοποιείται και να γεννά τον Σου και την Τεφνέτ, τον αέρα και την υγρασία. Από την ένωση αυτή του ζευγαριού, προκύπτουν ο Γκρέμπ και η Νούτ, ο θεός-γη και η θεά-ουρανός. Άλλος ένας μύθος μας μιλάει για τα γεράματα του Ρα. Συσχετίζεται, θα μπορούσαμε να πούμε, με την καταστροφή του ανθρώπινου γένους, και ίσως με τον γνωστό μας κατακλυσμό. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Ρα γέρασε πολύ και κατάλαβε ότι έχανε την εξουσία του πάνω στους άλλους θεούς και τους ανθρώπους. Σύμφωνα με τις γραφές, τα οστά του κατάντησαν πια αργυρά, η σάρκα του χρυσή και η κώμη του από κυανόλιθο. Κάλεσε, λοιπόν, τους θεούς σε οικογενειακό συμβούλιο, στον ναό του στην Ηλιούπολη, και τους ανακοίνωσε ότι το ανθρώπινο γένος συνωμοτεί εναντίον του. Τότε, ο σοφός θεός και πατέρας του, Νουν, συμβούλεψε τον Ρα να στείλει τον Οφθαλμό του, με την μορφή της θεάς Αθήρ, ενάντια στις ανθρώπινες κοινωνίες.(Στο σημείο αυτό συσχετίστε τον "οφθαλμό" του Ρα με την γλωσσολογική ρίζα "ρα-άραου" που προαναφέρθηκε). Η αθήρ άρχισε το μακελειό και ήταν απίστευτα αιμοδιψής. Όμως ο Ρα δεν επιθυμούσε την καταστροφή όλης της ανθρωπότητας. Επινόησε λοιπόν ένα σχέδιο. Έφτιαξε επτά χιλιάδες πιθάρια με κρίθινη μπύρα, βαμμένη με κόκκινη ώχρα ώστε να μοιάζει με αίμα. Η μπύρα πλημμύρισε τους αγρούς, ώστε την είδε η Αθήρ κι ενθουσιάστηκε. Άρχισε να πίνει την μπύρα και να μεθά, ώστε ξέχασε την οργή της ενάντια στην ανθρωπότητα. Έπειτα από το περιστατικό αυτό, ο θεός Ρα αποχώρησε από τα επίγεια, πάνω σε μία τεράστια ουράνια αγελάδα, η οποία ήταν η θεά Νουίτ, που μεταμορφώθηκε για χάρη του και τον μετέφερε στα ψηλότερα σημεία του ουρανού.

Έπειτα από αυτό το μακελειό, ο Ρα συγχωρεί τους ανθρώπους με έναν όρο: να τελούν στο εξής θυσίες ζώων και όχι ανθρωποθυσίες. Αφήνει πίσω του, ως αντικαταστάτη του, τον θεό Ντούθ, θεό της Φρονήσεως. Ένας άλλος μύθος μας κάνει λόγο για την εξόντωση του Απόφεως, του μεγάλου εχθρού του Ρα. Ο Άποφις είχε τη μορφή φιδιού και, για την εξόντωσή του, πάντα με εντολή του Ρα, εργάστηκαν με οργή όλοι οι θεοί-τέκνα του. Ο αιγυπτιακός πάπυρος αναφέρει: "…γιατί αυτοί (οι θεοί) είχαν πάρει από εμένα (τον Ρα) τη διαταγή να καταστρέψουν τους εχθρούς μου με την ενεργό δύναμη του λόγου τους και έξω απέστειλα αυτούς που γεννήθηκαν από το σώμα μου, για να συντρίψουν τον κακό αυτό εχθρό μου ( δηλαδή τον Άποφι…)"

Ένας άλλος ηλιακός μύθος κάνει αναφορά στο μυστικό όνομα του Ρα. Η γνώση και προφορά του ονόματος αυτού συνδεόταν με μαγικές ιδιότητες. Για τον λόγο αυτό, ο Ρα θέλησε να κρατήσει κρυφό το θεϊκό του όνομα. Στην καρδιά της Ίσιδος, όμως, φώλιασε η επιθυμία να μάθει το όνομα αυτό, ώστε να κερδίσει ένα μέρος από τη δύναμή του και να το χρησιμοποιεί στα μαγικά της ξόρκια.. Γι' αυτό, δημιούργησε ένα φίδι που το τοποθέτησε στον δρόμο από τον οποίο θα περνούσε ο Ρα, ώστε να τον δαγκώσει με το δηλητήριό του. Πράγματι, ο Ρα σύντομα χτυπιόταν από τους πόνους. Το δάγκωμα τον σούβλιζε και τον έκαιγε. Από τις φωνές του Ρα συναθροίζονται οι θεοί, μαζί και η Ίσις. Τότε ο θεός-ήλιος παρακάλεσε την Ίσιδα να τον λυτρώσει από τους πόνους. Αυτή, σαν αντάλλαγμα, του ζήτησε να της αποκαλύψει το μυστικό, μαγικό του όνομα. Τότε ο θεός ξεφώνησε μέσα από τις κραυγές του πόνου του:"είμαι ο Χέφρι το πρωί, ο Ρα το μεσημέρι και ο Άτον το απόγευμα". Η Ίσιδα όμως δεν ήταν ικανοποιημένη από την απάντηση του Ρα. Τελικά συμφωνήθηκε να μάθει μόνο ο θεός Ώρος το μυστικό όνομα, ώστε να συμπληρώσει τη φράση στο μαγικό ξόρκι που θα έλεγε η Ίσιδα για την θεραπεία, και έτσι ο Ρα να θεραπευτεί. Το πρωτότυπο, μάλιστα, κείμενο του μύθου, σωσμένο σε πάπυρο, τελειώνει με οδηγίες, για το πώς πρέπει να χρησιμοποιούνται τα μαγικά λόγια της Ίσιδος, ώστε να θεραπεύεται κανείς από ένα δάγκωμα φιδιού.

Τέλος, ένας άλλος μύθος ορίζει τον αναπληρωτή του Ρα, τον Θωτ. Ο Θωτ παρουσιάζεται μπροστά στον Ρα, και ο τελευταίος του ανακοινώνει ότι τον έχει επιλέξει ως αναπληρωτή του. Του λέει: "Όπως βλέπεις, εγώ είμαι εδώ στον ουρανό. Στη θέση που μου πρέπει. Εσύ όμως , επιθυμώ να είσαι ο αναπληρωτής μου στον Κάτω Κόσμο και στα σκοτάδια, και να λάμπεις εκεί, επιτηρώντας την τάξη των κατοίκων της περιοχής, ώστε να μην τους ξεσηκώσει ο Άποφις εναντίον μου. Εσύ θα σταθείς στο πόδι μου, θα είσαι ο αναπληρωτής μου. Και θα ονομαστείς Θωτ, ο αναπληρωτής του Ρα." Ο τελευταίος μύθος ίσως εξηγεί γιατί η σελήνη φωτίζει τη νύχτα. Ο Θωτ βασιλεύει στο σκοτάδι, σαν θεός-φεγγάρι, όταν ο θεός-ήλιος Ρα, δύει στο ουράνιο στερέωμα. Μετά από αυτή τη σύντομη αναφορά μας στον θεό Ρα, παρατηρούμε ότι κάποιοι μύθοι των περιοχών της ανατολικής μεσογείου, διαιωνίζονται μέσα στον χρόνο, φτάνοντας ακόμη και στις μέρες μας, μέσω των διάφορων προφορικών και γραπτών παραδόσεων. Παρόμοιους μύθους με αυτούς που συνοδεύουν τον Ρα, συναντάμε και στην αρχαία Μεσοποταμία, στην ουγκαριτική μυθολογία, στην μυθολογία της Βαβυλώνας, των Χετταίων, της Σουμερίας, της Ακκάδ, … ως και την χριστιανική παράδοση…

ΛΑΤΡΕΙΑ


Η κατά την ακμή των Θηβών επιβολή του Ρα ως υπέρτατου θεού της Αιγύπτου υπήρξε η αιτία να αναθεωρηθεί η περί αυτού θεολογική αντίληψη. Τα αρχαία κείμενα ερμηνεύτηκαν κατά σύμφωνο τρόπο προς την λατρεία του Άμμωνα και πανταχού αλλοιώθηκαν προς έξαρση της απολύτου αυτού υπεροχής. Ολόκληρο το παλιό θρησκευτικό σύστημα προσαρμόσθηκε ασυναίσθητα με τις νέες ιδέες και την νέα κοσμολογία και θεογονία διαπλάσηκε παριστάνοντας τον μοναδικό θεό δημιουργό. Ο Άμμων Ρα είναι πλέον αυτός ο ήλιος και όχι η ψυχή του ήλιου.

ΛΑΤΡΕΙΑ ΕΚΤΟΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ

Διαδόθηκε τάχιστα ως τις γειτονικές χώρες π.χ. εις την Συρία , Καρχηδόνα, Β. Αφρική, Μάλτα, Σικελία, Σαρδηνία ως ελ Χαμμάν, «υπηρέτης του Θεού». Παρά τις ερμηνείες δεν εξηγήθηκε πλήρως αυτή η θεότητα αλλά πιθανότερα είναι η θεότητα του «Κυρίου των Κιόνων» δηλαδή που ενσαρκώνεται εντός ιερού λίθου και λατρεύονταν υπό μορφή κίονος ως ο «Βαίτυλος». Από όταν όμως ο Μ. Αλέξανδρος άρχισε να τιμάται ως υιός του Αιγυπτιακού Διός Άμμωνος συγχωνεύθηκε και ο φοινικικός Άμμωνας προς τον Αιγυπτιακό και προς τον θεοποιηθέντα Μ. Αλέξανδρο γι’ αυτό αναγράφονταν ελληνιστί «Χνούβει τε και Άμμωνος». Κατά τους μεταγενέστερους Εθνικούς χρόνους εξήρθη ο Άμμων αυτός ως υψίστη θεότητα του ουρανού και γι’ αυτό μεταφράζεται από τους Ρωμαίους ως Σατούρνος δηλαδή Κρόνος.


ΧΡΗΣΜΟΙ

Οι χρησμοί του Άμμωνα δίνονταν όχι με λόγια αλλά με σημεία σε χώρο όπου υπήρχε πηγή «Η κρήνη του Ήλιου» που είχε περίεργες ιδιότητες και τις οποίες διατηρεί έως σήμερα όπως επιβεβαίωσαν οι περιηγητές δηλαδή το νερό το πρωί ήταν χλιαρό, το μεσημέρι ψυχραίνονταν και το βράδυ ζεσταίνονταν + 2 βαθμούς. Πάνω λοιπόν στα νερά αυτά τοποθετούταν ένα καράβι πάνω στο οποίο υπήρχε το άγαλμα του Θεού Άμμωνα. Ανάλογα με τις κινήσεις του καραβιού, «από τον θεό», δίδονταν και οι κατάλληλοι χρησμοί.




pnevma.gr
e-telescope.gr
http://strange-omniverse.blogspot.com 

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Αρχαία Μαρώνεια

Η Μαρώνεια ήταν αρχαία πόλη της Θράκης, χτισμένη στην περιοχή του σημερινού νομού Ροδόπης, κοντά στις ακτές του Αιγαίου. Βρισκόταν κοντά στην θέση της Ομηρικής θρακικής πόλης Ίσμαρος.
Η πόλη ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα π.Χ από Χίους αποικιστές. Η παράδοση μεταφέρει την ίδρυση της πόλης παλαιότερα, θεωρώντας ιδρυτή της τον ιερέα Μάρωνα ο οποίος αναφέρεται στην Οδύσσεια του Ομήρου. Η πόλη εξελίχθηκε σε ισχυρή τοπική δύναμη. Το τείχος της ξεπερνούσε σε περίμετρο τα 10 χιλιόμετρα γεγονός που φανερώνει πως ήταν πολυάνθρωπη. Τον 5ο αιώνα η πόλη εντάχθηκε στην Αθηναϊκή συμμαχία. Η Μαρώνεια άκμασε ιδιαίτερα κατά τον 4ο αιώνα κάτι που της έδωσε την δυνατότητα να κόψει χρυσό νόμισμα. Το 350 π.Χ. υποτάχθηκε στο Μακεδονικό Βασίλειο του Φιλίππου. Μετά το 190 π.Χ. Θράκες πρόσφυγες ίδρυσαν μιαν άλλη Μαρώνειαστην εύφορη Σελευκίδα.Η πόλη γνώρισε μία δεύτερη ακμή κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Από τον 4ο αιώνα μ.Χ. έγινε έδρα επισκοπής. Κατά τον 6ο και 7ο αιώνα ο πληθυσμός της πόλης περιορίστηκε εξαιτίας συχνών πειρατικών επιδρομών. Η θέση της βυζαντινής Μαρώνειας βρίσκεται στο λιμάνι τουΑγίου Χαραλάμπους, γνωστό και ως Παληόχωρα. Η Μαρώνεια τον 11ο αιώνα προβιβάστηκε σε αρχιεπισκοπή και συνέχισε να ακμάζει μέχρι τον 13ο αιώνα.Ο σημερινός οικισμός βρίσκεται σε πλαγιά του Ισμάρου και μεταφέρθηκε εκεί το 17ο αιώνα λόγω των πειρατικών επιδρομών. Σήμερα διατηρούνται αρκετά ίχνη από την αρχαία πόλη. Ξεχωρίζει το αρχαίο θέατρο το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει η ανακαίνισή του. Κοντά στον αρχαιολογικό χώρο βρίσκεται ο σύγχρονος ομώνυμος οικισμός.