ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΛΑΟΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ.

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Β΄ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ - Η ΑΚΑΝΘΟΣ

Η Άκανθος ήταν πόλη της αρχαίας Μακεδονίας. Ιδρύθηκε γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα από Ίωνες αποίκους της Άνδρου ή της Άνδρου και της Χαλκίδας, συγχρόνως με την ίδρυση τριών άλλων γνωστών αποικιών στην περιοχή, της Σάνης (Ν. Ρόδα), των Σταγείρων και της Αργίλου λίγο βορειότερα, της παλιότερης ελληνικής αποικίας στην περιοχή του Στρυμόνα. Από τα τέλη του 6ου αιώνα η Άκανθος βρίσκεται σε μια κατάσταση χειραφέτησης από την αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών και κατά την διάρκεια των Μηδικών πολέμων αποτέλεσε σταθμό για τα στρατεύματα του Μαρδόνιου καθώς και του Ξέρξη. Με την λήξη των Περσικών πολέμων, η Άκανθος τάσσεται στο πλευρό των Αθηναίων και γίνεται μέλος της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας ενώ στην συνέχεια στην συνάπτει συμμαχία με τον βασιλιά της Σπάρτης Βρασίδα στο 424 π.Χ. Στις αρχές του 4ου αιώνα τάσσεται εναντίον της Ολύνθου και κατά συνέπεια της σύστασης της Ολυνθιακής Συμπολιτείας. Με την επικράτηση των Μακεδόνων, η Άκανθος καταλαμβάνεται από τον Φίλιππο Β’ το 348 π.Χ., χωρίς όμως να καταστραφεί. Η Άκανθος κατακτάται και καταστρέφεται από τους Ρωμαίους γύρω στα 200 π.Χ., κατά την διάρκεια του Β’ Μακεδονικού Πολέμου. Η αρχαία Άκανθος απλωνόταν σε τρεις λόφους του όρους Στρατόνικου σε μία έκταση περίπου 560 στρεμμάτων. Τα λείψανα, που είναι ορατά σήμερα, είναι κυρίως τμήματα από την οχύρωση της πόλης, δημόσια κτίσματα, σπίτια και η θεμελίωση ενός ναού - πιθανότατα της θεάς Αθηνάς - στην κορυφή του λόφου. Οι ανασκαφές στην περιοχή ξεκίνησαν πριν από 40 περίπου χρόνια στο νεκροταφείο της Ακάνθου, ακριβώς πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η σημερινή Ιερισσός. Έχουν ερευνηθεί περισσότεροι από 14.000 που χρονολογούνται από τους αρχαϊκούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους. Τα περισσότερα ευρήματα βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πολυγύρου. Ανάμεσα στο αρχαίο νεκροταφείο και τον οικισμό ήταν εγκατεστημένα τα εργαστήρια της αρχαίας πόλης, όπου μεταξύ άλλων κατασκευάζονταν και εμπορικοί αμφορείς για την μεταφορά του γνωστού από τις αρχαίες πηγές "ακάνθιου οίνου".

26 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1827 Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΛΑΠΑΝΑΓΟΥΣ - ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ

Το 1827 η στρατιά του Ιμπραήμ συνέχιζε την καταστροφή τής Πελοποννήσου. Τότε ο Κολοκοτρώνης είχε φτάσει ως τους Λαπαναγούς και είχε δώσει εντολή στους τοπικούς οπλαρχηγούς να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ με κάθε τρόπο. Στις 26 Αυγούστου εκείνου του χρόνου ο στρατός του Ιμπραήμ πέρασε και στρατοπέδευσε έξω από τους Λαπαναγούς με αρχηγούς τον Ντελή Αχμέτ και τον Νενέκο. Την άλλη μέρα, στις 27 του Αυγούστου, οι Έλληνες αγωνιστές (1.ΟΟΟ Καλαβρυτινοί, 3ΟΟ Αιγιώτες, 5ΟΟ Καρυτινοί και 1ΟΟ Σουλιώτες) περίμεναν τον τούρκικο στρατό στον λόφο Λαγό με ταμπούρια, των οποίων τα υπολείμματα σώζονται έως και σήμερα. Οι Έλληνες πήραν την νίκη λόγω της στρατηγικής τοποθεσίας που επέλεξαν . Έτσι οι Τούρκοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή με 4ΟΟ νεκρούς και 3ΟΟ τραυματίες, ενώ οι Έλληνες άφησαν το πεδίο της μάχης με μόλις 3 νεκρούς και 10 τραυματίες

26 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1821 ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ


Οι Τούρκοι μετά την περιστολή της επανάστασης στη Μακεδονία προχώρησαν μέσω Λάρισας προς τη Λαμία, με σκοπό να εισβάλουν στην Πελοπόννησο. Οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδας πληροφορήθηκαν την εκστρατεία αυτή και μαζεύτηκαν στην Εργίνα της Βουδουνίτσας για να αποφασίσουν την επόμενή τους κίνηση. Αποφάσισαν να εμποδίσουν την προέλαση των Τούρκων καταλαμβάνοντας την θέση των Βασιλικών. Αυτό πρότεινε ο Δυοβουνιώτης. Ο Παπά-Ανδρέας Κοκοβιτσιανός με τριακόσιους άνδρες κατέλαβε το πυκνό δάσος κοντά στην είσοδο της κοιλάδας. Ο Αντώνιος Κοντοστόπουλος και ο Κωνσταντής Καλύβας με άλλους εξακόσιους τοποθετήθηκε στο εσωτερικό της κοιλάδας, ενώ ο Δυοβουνιώτης μαζί με τον γιο του και άλλους χίλιους εκατό πιάσαν την έξοδο.
Στις 26 Αυγούστου 1821 το τουρκικό ιππικό δύναμης δύο χιλιάδων που είχε σταλεί προς αναγνώριση του στενωπού αποδεκατίστηκε. Δύο μέρες αργότερα, στις 28 Αυγούστου ο Μπεϊράμ Πασάς κινήθηκε με όλο του τον στρατό κατά του Κοντοστόπουλου και Καλύβα. Οι Δυοβουνιώτηδες, ο Πανουργιάς και ο Γκούρας ήρθαν να ενισχύσουν, ενώ ο Παπά-Ανδρέας Κοκοβιτσιανός του επιτέθηκε από τα νώτα. Ακολούθησε γενναία μάχη, την οποία νίκησαν οι Έλληνες. Οι Τούρκοι με την δύση του ήλιου τράπηκαν σε φυγή προς την Πλατανιά, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης χίλιους νεκρούς και τραυματίες. Μεταξύ των νεκρών βρίσκονταν και ο Μεμήν Πασάς, τον οποίο σκότωσε ιδιοχείρως ο Γκούρας. Επίσης οκτακόσια άλογα, 2 πυροβόλα και 18 σημαίες. Από τους Έλληνες σκοτώθηκαν δέκα και τραυματίσητκαν 30, μεταξύ των οποίων και ο οπλαρχηγός Κοντοστόπουλος.

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1949 ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΑΝΤΑΡΤΩΝ

H τελική επιχείρηση για την κατάληψη των θέσεων των ανταρτών, έγινε από τον κυβερνητικό στρατό με φάση το επιτελικό σχέδιο "Πυρσός" που εξελίχθηκε σε διαδοχικές φάσεις.

Το σχέδιο "Πυρσός" προέβλεπε τρεις διαδοχικές επιθετικές ενέργειες για την εκκαθάριση του "φυσικού οχυρού" του Γράμμου από τις δυνάμεις των ανταρτών.

Ο "Πυρσός Α΄" (2-8 Αυγούστου 1949) στην ουσία ήταν μία παραπλανητική επιχείρηση την οποία θα εκτελούσαν μονάδες του Α' Σώματος Στρατού για να δώσουν στον αντίπαλο την εντύπωση ότι η κύρια προσπάθεια ήταν κατά των δυνάμεων που είχαν καθηλωθεί στον Γράμμο, οι οποίες ενδεχομένως θα ενισχύονταν από άλλες που θα άφηναν τα καταφύγιά τους στο Βίτσι σπεύδοντας προς βοήθειά τους.

Έχοντας απέναντί τους δύο "Μεραρχίες" ανταρτών ελαττωμένης συνθέσεως (περίπου 5000), 16 πυροβόλα, δύο βαρείς όλμους των 120 χιλ. και άπειρα αντιαρματικά και αντιαεροπορικά πυροβόλα, οι δυνάμεις του Στρατού, υποστηριζόμενες από δύο συντάγματα πεδινού πυροβολικού και από την Αεροπορία, όχι μόνο πέτυχαν τον αντικειμενικό τους σκοπό καταλαμβάνοντας τον βορειοανατολικό και νότιο Γράμμο, αλλά κατέλαβαν και τα οχυρά σημεία 1425 "Ταμπούρι" και 1356.

Η επιχείρηση Πυρσός Β' διεξήχθη από τις 10 έως τις 16 Αυγούστου 1949 στο Βίτσι, μια ισχυρά οργανωμένη από τους αντάρτες περιοχή, με τα γιουγκοσλαβικά σύνορα στον βορρά, τα αλβανικά στα δυτικά και νοτιοδυτικά και την πλαγιά του όρους Βαρνούς στα ανατολικά της. Τις δυνάμεις που προστάτευαν το Βίτσι και το Γενικό Αρχηγείο των ανταρτών, αποτελούν δύο "Μεραρχίες" συν δύο "Ταξιαρχίες", Κέντρα Εκπαιδεύσεως και Σχηματισμοί ενώ στην διάθεσή τους οι περίπου 8000 υπερασπιστές του Βίτσι είχαν 45 ορεινά πυροβόλα, 15 αντιαεροπορικά και δύο αντιαρματικά. Από την άλλη πλευρά έτοιμες για δράση οι II,IX,X,XI,XV Μεραρχίες του Β' Σώματος Στρατού, η III Μεραρχία Καταδρομών, το 12ο Ελαφρύ Σύνταγμα Πεζικού και έξι Τάγματα Εθνοφρουρών (ΤΕ) υποστηριζόμενα από τέσσερα Συντάγματα Πεδινού Πυροβολικού, τρεις Μοίρες Μέσου Πυροβολικού, τέσσερις Μοίρες Ορειβατικού Πυροβολικού, τα II και IX Συντάγματα Αναγνωρίσεως (μείον Ιλη), την XI Ιλη Αρμάτων και βεβαίως από τον "φύλακα-άγγελό" τους, την Αεροπορία. Μάλιστα προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανάγκες του Στρατού η Αεροπορία είχε μετατρέψει σε βομβαρδιστικά ακόμα και μεταγωγικά C-47, τις γνωστές "Ντακότες".

Τα προπαρασκευαστικά πυρά του Πυροβολικού και της Αεροπορίας ήταν μόνοι η αρχή...

Στις 6:30 π.μ. της 10ης Αυγούστου, η 22α Ταξιαρχία αρχίζει την επίθεσή της καταλαμβάνοντας ύστερα από πέντε ώρες σκληρού αγώνα τα οχυρά σημεία 1585 και Πολενάτα .

Από τον διάδρομο που άνοιξαν οι ηρωικώς μαχόμενοι άνδρες της Ταξιαρχίας, διεισδύει η XI Μεραρχία με την Ε' Μοίρα Ορεινών Καταδρομών και το πρωί της επόμενης ημέρας βρίσκει τους άνδρες του Στρατού κυρίους της οχυρής θέσης Τσούκα και πλησίον του υψώματος Λέσιτς, πίσω ακριβώς από τους αντάρτες.

Το ίδιο βράδυ, η III Μεραρχία Καταδρομών ορμά αιφνιδιαστικά στο εσωτερικό της τοποθεσίας που κατέχουν οι αντάρτες και την 11η Αυγούστου οι ΛΟΚατζήδες καταλαμβάνουν το ιδιαιτέρως σημαντικό ύψωμα Μπάρο, προσβάλλοντας ταυτόχρονα το ύψωμα Λέσιτς από το νότο, την ώρα που εναντίον του Λέσιτς επιτίθεται άλλη Μοίρα Καταδρομών με ορμητήριο την περιοχή Κουλκουθούρια. Η μάχη συνεχίζεται το ίδιο λυσσαλέα μέχρι την 16η Αυγούστου, οπότε οι αντάρτες "σπάνε" και το Βίτσι πέφτει στα χέρια του Στρατού μαζί με το μεγαλύτερο μέρος του βαρέως πολεμικού υλικού των ανταρτών και τις εγκαταστάσεις της κυβέρνησής τους.

Οι περισσότεροι αντάρτες καταφεύγουν όπως- όπως στο αλβανικό έδαφος, όμως πολλοί ιστορικοί εκτιμούν ότι με την κατάληψη του "φρουρίου" Βίτσι, ο αγώνας κατά των ανταρτών είχε ήδη κριθεί

16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1943 Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΕΝΟΥ ΑΡΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ


Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Στέφανο Παππά, η μηχανοκίνητη μονάδα ναζιστικών στρατευμάτων από τη Φιλιππιάδα, με την εντολή της Διοίκησης Ιωαννίνων, εισέβαλε στο χωριό Κομμένο της Άρτας τα χαράματα της 16ης Αυγούστου 1943, με το πρόσχημα των αντιποίνων για την ύπαρξη ανταρτών του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ στην περιοχή. Το χωριό κοιμόταν ήσυχο μετά από γαμήλια γιορτή πού είχε γίνει την προηγούμενη ημέρα. Στο χωριό υπήρχαν και ορισμένοι φιλοξενούμενοι από την Πρέβεζα. Την εποχή εκείνη πρακτικά το Κομμένο ανήκε στο Νομό Πρέβεζας με θαλάσσια επικοινωνία. Τα ναζιστικά στρατεύματα προέβησαν σε μια άνευ προηγουμένου σφαγή του άμαχου πληθυσμού. Έστησαν πολυβόλα στις εισόδους του χωριού, εισέβαλαν στα σπίτια και σκότωσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους και στο τέλος έβαλαν φωτιά και τα έκαψαν. Λίγοι ξέφυγαν με βάρκες στον Αμβρακικό Κόλπο. Στο τέλος της σφαγής οι ναζί στρατιώτες κάθισαν στην πλατεία του χωριού όπου έφαγαν και ήπιαν μπύρες αφήνοντας εκεί άδειες κονσέρβες, δίπλα σε 7 πτώματα. Συνολικά οι νεκροί της σφαγής ήταν 317 άτομα. Διασώθηκαν 440 άτομα. Η σφαγή του Κομμένου Άρτας είναι ισοδύναμη με αυτή των Καλαβρύτων και του Διστόμου. Ο αείμνηστος Στέφανος Παππάς, μετέπειτα γυμνασιάρχης, από το Κομμένο, νεαρός τότε επέζησε της σφαγής και έγραψε βιβλίο με πλήρη περιγραφή των γεγονότων. Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του είναι το εξής: «Οι πρώτοι προστρέξαντες μετά την ανθρωποσφαγή Γρηγόρης Κολιοκώτσης και Ευστάθιος Κολιοκώτσης, ευρήκαν τις δύο ξαδέρφες των Αθηνά και Θεοδοσία νεκρές από σφαίρες πιστολιού και φανερότατα τα ίχνη του βιασμού. Αλλα παραδείγματα μακαβρίου εγκληματικότητας είναι τα δύο μωρά του μακαρίτη Ευστάθιου Κολιοκώτση ηλικίας 7 μηνών, που ευρέθηκαν νεκρά από ασφυξία, γιατί οι κακούργοι εγέμισαν τα στόματά των με βαμβάκι βρεγμένο με βενζίνη και κατόπιν το άναψαν για να απολαύσουν ένα σαδιστικό πυροτέχνημα. Ευρέθη επίσης ο δεύτερος παππάς του χωριού Ζώης Παππάς σκοτωμένος με μαχαίρι και με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς. Ως επισφράγισμα της θηριωδίας των ανωτέρω αναφέρω ένα πρωτάκουστο κακούργημα. Η ετοιμογέννητη Παναγιώτα σύζυγος του Λεωνίδα Τσιμπούκη βρέθηκε νεκρή με την κοιλιά ξεσχισμένη και το έμβρυο νεκρό δίπλα της, όπως βεβαιώνει ο αυτόπτης μάρτυρας Θεόδωρος Σταμάτης…». (Στέφανος Παππάς, 1996 και Γκούβας Χαράλαμπος, 2009).
Σύμφωνα με μιά δεύτερη παραλλαγή των γεγονότων, το έργο της σφαγής ανατέθηκε στο 98ο Σύνταγμα του συνταγματάρχη Γιόζεφ Ζάλμινγκερ. Το ξημέρωμα της 16ης Αυγούστου 100 άνδρες του 12ου λόχου με επικεφαλής των υπολοχαγό Ρέζερ οπλισμένοι με όλμους, πολυβόλα, χειροβομβίδες και αυτόματα όπλα περικύκλωσαν το χωριό. Η τελευταία εντολή που πήραν από τον Ρέζερ, σύμφωνα με μαρτυρία ενός από τους στρατιώτες, ήταν να μην αφήσουν τίποτα όρθιο. Οι άντρες της Βέρμαχτ εκτέλεσαν κατά γράμμα την εντολή. Οι στρατιώτες σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Έμπαιναν στα σπίτια των αιφνιδιασμένων χωρικών και ξεκλήριζαν ολόκληρες οικογένειες. Χαρακτηριστικό είναι οτι 20 οικογένειες ξεκληρίστηκαν μέχρις ενός. Επί 9 ώρες οι Γερμανοί σκότωναν, βίαζαν, έκαιγαν και κατέστρεφαν οτι υπήρχε στο διάβα τους. Όταν αποχώρησαν είχαν αφήσει πίσω τους 317 νεκρούς μεταξύ των οποίων 97 νήπια και παιδιά μέχρι 15 χρονών και 119 γυναίκες. H σφαγή έγινε μια μέρα μετά το πανηγύρι του χωριού για τη γιορτή της Παναγίας.

16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1916 ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ


Ο Ελ. Βενιζέλος επεδίωκε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Οι Αγγλογάλλοι όμως απέβλεπαν στη συμμαχία ή ουδετερότητα της Βουλγαρίας και Τουρκίας (κάτι που δεν κατάφεραν) και απέρριπταν προς το παρόν τις προτάσεις του Βενιζέλου.
Στη φιλοαντατική πολιτική του Βενιζέλου θα εναντιωθεί το Παλάτι, όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πλευρό των Συμμάχων στην επιχείρηση των Δαρδανελίων (Φεβρουάριος 1915).
Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις, που διορίζονται στη συνέχεια, δiμιουργούν κλίμα πόλωσης, διαιρώντας την Ελλάδα σε δύο παρατάξεις -φιλοβασιλικών και φιλοβενιζελικών-, κάτι που θα συντελέσει στη γένεση και άνδρωση του εθνικού διχασμού με όλα τα μεταγενέστερα επακόλουθα του.
Στις 16 Αυγούστου 1916 γίνεται το Κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη, που το υποστηρίζει ο συμμαχικός στρατός, που έχει στο μεταξύ αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη. Ο Βενιζέλος τίθεται επικεφαλής του κινήματος.
Στις 24 Νοεμβρίου 1916 η ολοκληρωμένη Προσωρινή Κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.
Η Ελλάδα, το 1916, είχε κοπεί στα δύο: Από τη μια μεριά το κράτος της Θεσσαλονίκης απεφάσιζε να διενεργηθεί στρατολογία σε μεγάλη κλίμακα και οργάνωνε την μεραρχία του Αρχιπελάγους και κατόπιν τις μεραρχίες Κρήτης και Σερρών. Από την άλλη μεριά η κυβέρνηση των Αθηνών αντιπαρατασσόταν στους οπαδούς του Βενιζέλου. Στην προσπάθεια των Συμμάχων να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τη νότια Ελλάδα, τα Γαλλικά θωρηκτά έμπαιναν στον Πειραιά και αποβίβαζαν 3000 άνδρες, ενώ βομβάρδιζαν περιοχές της Αθήνας γύρω από το Στάδιο και κοντά στα Ανάκτορα.
Μετά από τελεσίγραφο των συμμάχων ο βασιλιάς αποσύρεται από το θρόνο, χωρίς να παραιτηθεί τυπικά, στις 15 Ιουνίου 1917, και φεύγει στην Ελβετία αφήνοντας στη θέση του το δευτερότοκο γιο του Αλέξανδρο. Ο Βενιζέλος έρχεται στην Αθήνα και σχηματίζει κυβέρνηση στις 13 Ιουνίου. Στις 15 Ιουνίου κηρύσσει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις επισημοποιώντας την ανάλογη πράξη της προσωρινής κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης

ΙΩΑΝΝΗΣ Β΄ ΚΟΜΝΗΝΟΣ


Ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός διαδέχθηκε το πατέρα του Αλέξιο Α΄ Κομνηνό στον θρόνο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 1118 μέχρι το θάνατό του1143. Ήταν γνωστός στους υπηκόους του ως ο Καλοϊωάννης.
Ο Καλοϊωάννης, όπως αποκαλούνταν, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ιστορικών]ήταν ο καλύτερος Κομνηνός, αφού τον χαρακτήριζαν η σύνεση, η ενεργητικότητα, η γενναιότητα και η καλοσύνη. Δείγμα της τελευταίας ήταν η επιείκεια με την οποία αντιμετώπισε την αδελφή του Άννα Κομνηνή και την μητέρα του Ειρήνη , οι οποίες εξακολουθούσαν να συνωμοτούν εναντίον του και μετά την ανάρρησή του στο θρόνο προτιμώντας το σύζυγο της Άννας, Καίσαρα Νικηφόρο Βρυέννιο. Ακολουθώντας τις ύστατες συμβουλές του πατέρα του, ο Ιωάννης εξασφάλισε το θρόνο και έφερε τους πολιτικούς του αντιπάλους προ τετελεσμένων.
Βασιλεία 
Η βασιλεία του χαρακτηρίζεται από ατέρμονες στρατιωτικές επιχειρήσεις για την επανάκτηση του ελέγχου στις επαρχίες της Μ. Ασίας. Είχε καταφέρει με συνδυασμένη στρατιωτική δράση και εξαίρετη διπλωματία σχεδόν να αναιρέσει πλήρως τις επιπτώσεις της συντριβής του Μάντζικερτ το 1071. Οι λαοί που τον απασχόλησαν ήταν οι Σέρβοι και οι Ούγγροι, οι οποίοι συμμάχησαν κάποια στιγμή, παρότι είχαν υποστεί επανειλημμένες ήττες από τους Βυζαντινούς. Ξεκίνησε ήδη το 1119 για τη Λαοδίκεια, την οποία απελευθέρωσε το ίδιο έτος. Συνέχισε εξουδετερώνοντας τους Πετσενέγκους και τους Ούγγρους.Το 1136 εξουδετέρωσε τους Αρμένιους στον Ταύρο. Στη συνέχεια στράφηκε κατά των Δανισμενδιτών(1130-35) όσο και κατά των Σελτζούκων(1137). Καθ’ οδόν απελευθέρωσε πλήθος μικρασιατικών πόλεων από τα νότια παράλια μέχρι τον Πόντο. Το 1139 συνέχισε προς τα νότια για τις πόλεις Χάμα, Χαλέπι, Σεϋζάρ.

Οι εξωτερικές του σχέσεις 

Είχε λιγότερη επιτυχία εναντίον των Βενετών. Στο δυτικό μέτωπο η ένωση από τον Ρογήρο Β΄(ανιψιό του Ροβέρτου Γυισκάρδου της κάτω Ιταλίας και της Σικελίας και η στέψη του στο Παλέρμο (1130) θορύβησε όχι μόνο τον Βυζαντινό αλλά και τον Γερμανό αυτοκράτορα. Δημιουργήθηκε έτσι μια συμμαχία μεταξύ του Βυζαντίου, της Γερμανικής αυτοκρατορίας και της ιταλικής πόλης Πίζας με καθαρά αντινορμανδικό χαρακτήρα, η οποία έδωσε τη δυνατότητα στον Ιωάννη να προετοιμαστεί εναντίον των Φράγκων της Αντιόχειας. Όμως ο θάνατός του κατά τη διάρκεια κυνηγιού το 1143 εμπόδισε την πραγματοποίηση αυτής της επιχείρησης.