ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΛΑΟΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ.

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

29 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 480 π.Χ. Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΙΜΕΡΑΣ



Η μάχη της Ιμέρας πραγματοποιήθηκε το 480 π.Χ. ανάμεσα στις Συρακούσες και τον Ακράγαντα κατά των Καρχηδονίων στην Ιμέρα κατά τους Σικελικούς Πολέμους. Η σύγκρουση έληξε με αποφασιστική νίκη των Ελλήνων και σήμανε τον τερματισμό των επιθετικών προσπαθειών των Καρχηδονίων στη Σικελία για τα επόμενα 71 χρόνια.
Κατά τον Ηρόδοτο και τον Αριστοτέλη, η μάχη της Ιμέρας πραγματοποιήθηκε την ίδια ημερομηνία με τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Κατά τον Τίμαιο, ο οποίος είναι η πηγή του Διοδώρου Σικελιώτη για την ιστορία της Σικελίας, συνέπεσε με τη μάχη των Θερμοπυλών. Ο φημισμένος ποιητής Πίνδαρος τους επανέλαβε σε ωδή του, όμως είναι ελάχιστα πιθανό να είναι αληθινός κάποιος από αυτούς τους ισχυρισμούς, οι οποίοι απλά δείχνουν την επιθυμία των Ελλήνων να παραλληλίσουν τις αποφασιστικές νίκες τους σε Ανατολή και Δύση., στα πλαίσια χονδροειδούς πανελληνιστικής προπαγάνδας (η περίπτωση του Αριστοτέλη είναι διαφορετική, καθώς θεωρούσε ότι ο συγχρονισμός ήταν καθαρά τυχαίος). Φαίνεται πως η διάδοση του μύθου ξεκίνησε από την αυλή του Γέλωνα, αμέσως μετά τη νίκη στην Ιμέρα.

Προοίμιο
Μετά τη μάχη του Μαραθώνα και τη μεγάλη προετοιμασία του Ξέρξη, οι Πέρσες εισέβαλλαν στην Ελλάδα (480 π.Χ.). Εν τω μεταξύ στη Δυτική Μεσόγειο, σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη, οι Καρχηδόνιοι είχαν έρθει σε συμφωνία με τους Πέρσες για να δημιουργήσουν αντιπερισπασμό στους Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδας, για να μη στείλουν ενισχύσεις στους Έλληνες της Ανατολικής Μεσογείου. Σύμφωνα όμως με τον Ηρόδοτο, ο Θήρων ο τύραννος του Ακράγαντα έδιωξε τον τύραννο της Ιμέρας, τον Τέριλλο κι εκείνος ζήτησε βοήθεια από τους Καρχηδόνιους, οι οποίοι άδραξαν την ευκαιρία προκειμένου να προλάβουν τη συνένωση της Σικελίας υπό τον τύραννο της Γέλας και των Συρακουσών, Γέλωνα. Ο ίδιος ιστορικός αναφέρει πως ο Γέλων έστειλε τρία πλοία για να παρακολουθήσουν την περσική εισβολή στην Ελλάδα με σκοπό, αν νικούσαν οι Πέρσες, να δώσουν «γην και ύδωρ» (αναγνώριση υποτέλειας), καθώς και μεγάλο χρηματικό ποσό, στον Ξέρξη. Η πληροφορία αυτή θεωρείται πιθανή, αφού οι Πέρσες θα ήταν πιο χρήσιμοι από τους Έλληνες της κυρίως Ελλάδας, στον αγώνα του Γέλωνα εναντίον των Καρχηδονίων.
Οι Καρχηδόνιοι όρισαν αρχηγό τον καλύτερο στρατηγό τους, τον Αμίλκα, ο οποίος και κατεύθυνε την προετοιμασία της εκστρατείας. Το εκστρατευτικό σώμα έφτανε, κατά τους αρχαίους ιστορικούς, τους 300.000 άνδρες και 200 πλοία, όμως οι πραγματικές δυνάμεις των Καρχηδονίων πρέπει να ήταν πολύ μικρότερες, ίσως όχι πολύ μεγαλύτερες από τις δυνάμεις των Ελλήνων αντιπάλων τους. Το αποτελούσαν, στο μεγαλύτερο βαθμό, μισθοφόροι από όλες τις περιοχές της Δυτικής Μεσογείου, όπως Φοίνικες Καρχηδόνιοι πολίτες, Λίβυοι, Ίβηρες, Λίγυρες, Σαρδηνοί, Κύρνιοι (Κορσικανοί) καθώς και επίλεκτοι Καρχηδόνιοι στρατιώτες.
Απόβαση στη Σικελία και πολιορκία της Ιμέρας
Οι λεπτομέρειες της σύγκρουσης αναφέρονται, με πολύ αναξιόπιστο και ρητορικό τρόπο, από τον Διόδωρο Σικελιώτη, του οποίου οι πηγές φτάνουν μέχρι τον Έφορο.
Ο στόλος διέσχισε το Λιβυκό πέλαγος αν και σε μια τρικυμία έχασε πολλά αποβατικά πλοία. Τελικά έφτασε στο λιμάνι του Πανόρμου (σημ. Παλέρμο), όπου ο Αμίλκας ξεκούρασε για τρεις ημέρες τους άνδρες του. Από εκεί κατευθύνθηκε στην Ιμέρα. Μόλις έφτασε έστησε δύο στρατόπεδα ενώ οι Ιμεραίοι τρομοκρατήθηκαν. Ο Θήρων του επιτέθηκε αιφνιδιαστικά αλλά νικήθηκε και, αφού κλείστηκε πίσω από τα τείχη της Ιμέρας, ζήτησε βοήθεια από τον Γέλωνα, τον τύραννο των Συρακουσών. Εκείνος συγκέντρωσε 50.000 άνδρες και 5.000 ιππείς, κυρίως μισθοφόρους. Όταν έφτασε ο Γέλωνας, στρατοπέδευσε κοντά στην πολιορκημένη πόλη και έδωσε εντολή στο ιππικό του να καταστρέψει την ύπαιθρο, ώστε να δυσχεράνει τον ανεφοδιασμό των αντιπάλων. Με την άφιξη του Γέλωνα και των πολυάριθμων Καρχηδονίων αιχμαλώτων, τους οποίους οι ιππείς φέρεται να συνέλαβαν κατά την επιδρομή στην ύπαιθρο, το ηθικό των κατοίκων της Ιμέρας εξυψώθηκε.
Το σχέδιο του Γέλωνα ήταν να καταφέρει ισχυρό χτύπημα στον εχθρό χωρίς να διατρέξει κίνδυνο. Η ευκαιρία του δόθηκε όταν οι άνδρες του συνέλαβαν έναν γραμματοκομιστή, ο οποίος θα έφερνε ένα γράμμα στον Αμίλκα από την ελληνική αποικία του Σελινούντα. Το γράμμα αυτό επιβεβαίωνε ότι, σε συμφωνημένη ημερομηνία, οι Σελινούντιοι θα έστελναν ιππείς στους Καρχηδόνιους, ως βοήθεια. Επιπλέον, εκείνη την ημέρα, ο Αμίλκας θα προσέφερε θυσία. Έτσι ο Γέλωνας συνέλαβε το τολμηρό σχέδιο να εισβάλλει αμαχητί στο καρχηδονιακό στρατόπεδο, στέλνοντας δικούς του ιππείς αντί για τους Σελινούντιους, οι οποίοι θα έκαιγαν τα εχθρικά πλοία, θα σκότωναν τον Αμίλκα και θα έδιναν το σύνθημα για γενική επίθεση.
Η μάχη
Μόλις ξημέρωσε, οι ιππείς του Γέλωνα εμφανίστηκαν στο καρχηδονιακό στρατόπεδο, ως Σελινούντιοι, και οι φύλακες του στρατοπέδου τους δέχτηκαν. Αμέσως κινήθηκαν κατά του Αμίλκα και τον σκότωσαν, ενώ έβαλαν φωτιά στα καρχηδονιακά πλοία. Κατά την εκδοχή του Ηροδότου, η οποία προέρχεται από την καρχηδονιακή πλευρά και εντάσσεται στην ηρωική παράδοση γύρω από το πρόσωπο του Καρχηδόνιου στρατηγού, ο Αμίλκας ρίχτηκε απελπισμένος στη φωτιά, όταν είδε τη φυγή των στρατιωτών του. Έτσι, όλος ο στρατός των Συρακουσών και του Ακράγαντα ακολούθησε και επιτέθηκε στο στρατόπεδο των Καρχηδονίων. Ακολούθησε μάχη η οποία ήταν ιδιαίτερα φονική. Τότε διαδόθηκε η είδηση του θανάτου του στρατηγού Αμίλκα. Οι Καρχηδόνιοι αποθαρρύνθηκαν ενώ εξυψώθηκε το ηθικό των Συρακοσίων και των Ακραγαντίνων. Επακολούθησε σφαγή των Καρχηδονίων που τρέπονταν σε φυγή ενώ, όσοι από αυτούς συγκεντρώθηκαν σε οχυρή θέση για να αμυνθούν, παραδόθηκαν εξαιτίας της δίψας. Ελάχιστοι φέρεται να διέφυγαν για να μεταφέρουν τα δυσάρεστα νέα στην Καρχηδόνα.
Μετά τη μάχη
Μετά την ήττα τους οι Καρχηδόνιοι ζήτησαν ανακωχή. Οι όροι που τους επέβαλλε ο Γέλωνας ήταν μετριοπαθείς. Δεν ζήτησε την αποχώρηση των καρχηδονιακών φρουρών και την απαγόρευση εγκατάστασης αποίκων τους στη Σικελία. Οι Καρχηδόνιοι θα κατέβαλλαν αποζημίωση 2.000 αργυρών ταλάντων και θα κατασκεύαζαν δύο ναούς όπου θα χαραζόταν το κείμενο της συνθήκης. Έχει εκφραστεί η υπόθεση ότι η μετριοπάθεια αυτή οφειλόταν στην απροθυμία του Γέλωνα να μειωθεί η καρχηδονιακή δύναμη στη Σικελία, την οποία ήθελε ως αντίβαρο στην ανερχόμενη δύναμη του Ακράγαντα. Είναι όμως πιθανό απλά να μην επιθυμούσε πόλεμο μεγαλύτερης διάρκειας, με την Καρχηδόνα. Οι Σελινούντιοι παρέμειναν σύμμαχοι των Καρχηδονίων αλλά, όπως και ο Αναξίλας, τύραννος της Ζάγκλης και του Ρηγίου, ήρθαν σε συμβιβασμό με τον Γέλωνα ενώ η Ιμέρα φαίνεται πως εντάχθηκε στον άξονα Συρακουσών-Ακράγαντα.
Ο Γέλωνας εμεταλλευόμενος στο έπακρο την ευκαιρία που του δόθηκε με το γράμμα των Σελινούντιων κέρδισε μια περήφανη νίκη και απέκτησε τεράστια δόξα στην πατρίδα του ενώ οι Συρακούσες αναδείχτηκαν στο μεγαλύτερο πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο της ελληνικής Δύσης. Από τα λάφυρα και την αποζημίωση, οι Συρακούσιοι και οι Ακραγαντίνοι έχτισαν πολλούς ναούς και έστειλαν αναθήματα στους Δελφούς και την Ολυμπία. Επιπλέον, ο Θήρωνας, με τα χρήματα από τα λάφυρα και την εργασία των αιχμαλώτων, έκανε τον Ακράγαντα την πιο όμορφη πόλη της Σικελίας.
Οι ήττα οδήγησε τους Καρχηδόνιους σε δραστική αλλαγή πολιτικής για τις επόμενες δεκαετίες. Σταμάτησαν τις προστριβές με τους Έλληνες της Σικελίας, περιόρισαν τις εκεί κτήσεις τους στο νοτιοδυτικό άκρο της και αφοσιώθηκαν στην παγίωση της αφρικανικής αυτοκρατορίας τους και τα ταξίδια προς τη Δυτική Μεσόγειο και τον Ατλαντικό Ωκεανό. Τα αρχαιολογικά ευρήματα από την περίοδο αυτή δείχνουν

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Β΄ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ - Η ΑΚΑΝΘΟΣ

Η Άκανθος ήταν πόλη της αρχαίας Μακεδονίας. Ιδρύθηκε γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα από Ίωνες αποίκους της Άνδρου ή της Άνδρου και της Χαλκίδας, συγχρόνως με την ίδρυση τριών άλλων γνωστών αποικιών στην περιοχή, της Σάνης (Ν. Ρόδα), των Σταγείρων και της Αργίλου λίγο βορειότερα, της παλιότερης ελληνικής αποικίας στην περιοχή του Στρυμόνα. Από τα τέλη του 6ου αιώνα η Άκανθος βρίσκεται σε μια κατάσταση χειραφέτησης από την αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών και κατά την διάρκεια των Μηδικών πολέμων αποτέλεσε σταθμό για τα στρατεύματα του Μαρδόνιου καθώς και του Ξέρξη. Με την λήξη των Περσικών πολέμων, η Άκανθος τάσσεται στο πλευρό των Αθηναίων και γίνεται μέλος της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας ενώ στην συνέχεια στην συνάπτει συμμαχία με τον βασιλιά της Σπάρτης Βρασίδα στο 424 π.Χ. Στις αρχές του 4ου αιώνα τάσσεται εναντίον της Ολύνθου και κατά συνέπεια της σύστασης της Ολυνθιακής Συμπολιτείας. Με την επικράτηση των Μακεδόνων, η Άκανθος καταλαμβάνεται από τον Φίλιππο Β’ το 348 π.Χ., χωρίς όμως να καταστραφεί. Η Άκανθος κατακτάται και καταστρέφεται από τους Ρωμαίους γύρω στα 200 π.Χ., κατά την διάρκεια του Β’ Μακεδονικού Πολέμου. Η αρχαία Άκανθος απλωνόταν σε τρεις λόφους του όρους Στρατόνικου σε μία έκταση περίπου 560 στρεμμάτων. Τα λείψανα, που είναι ορατά σήμερα, είναι κυρίως τμήματα από την οχύρωση της πόλης, δημόσια κτίσματα, σπίτια και η θεμελίωση ενός ναού - πιθανότατα της θεάς Αθηνάς - στην κορυφή του λόφου. Οι ανασκαφές στην περιοχή ξεκίνησαν πριν από 40 περίπου χρόνια στο νεκροταφείο της Ακάνθου, ακριβώς πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η σημερινή Ιερισσός. Έχουν ερευνηθεί περισσότεροι από 14.000 που χρονολογούνται από τους αρχαϊκούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους. Τα περισσότερα ευρήματα βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πολυγύρου. Ανάμεσα στο αρχαίο νεκροταφείο και τον οικισμό ήταν εγκατεστημένα τα εργαστήρια της αρχαίας πόλης, όπου μεταξύ άλλων κατασκευάζονταν και εμπορικοί αμφορείς για την μεταφορά του γνωστού από τις αρχαίες πηγές "ακάνθιου οίνου".

26 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1827 Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΛΑΠΑΝΑΓΟΥΣ - ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ

Το 1827 η στρατιά του Ιμπραήμ συνέχιζε την καταστροφή τής Πελοποννήσου. Τότε ο Κολοκοτρώνης είχε φτάσει ως τους Λαπαναγούς και είχε δώσει εντολή στους τοπικούς οπλαρχηγούς να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ με κάθε τρόπο. Στις 26 Αυγούστου εκείνου του χρόνου ο στρατός του Ιμπραήμ πέρασε και στρατοπέδευσε έξω από τους Λαπαναγούς με αρχηγούς τον Ντελή Αχμέτ και τον Νενέκο. Την άλλη μέρα, στις 27 του Αυγούστου, οι Έλληνες αγωνιστές (1.ΟΟΟ Καλαβρυτινοί, 3ΟΟ Αιγιώτες, 5ΟΟ Καρυτινοί και 1ΟΟ Σουλιώτες) περίμεναν τον τούρκικο στρατό στον λόφο Λαγό με ταμπούρια, των οποίων τα υπολείμματα σώζονται έως και σήμερα. Οι Έλληνες πήραν την νίκη λόγω της στρατηγικής τοποθεσίας που επέλεξαν . Έτσι οι Τούρκοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή με 4ΟΟ νεκρούς και 3ΟΟ τραυματίες, ενώ οι Έλληνες άφησαν το πεδίο της μάχης με μόλις 3 νεκρούς και 10 τραυματίες

26 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1821 ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ


Οι Τούρκοι μετά την περιστολή της επανάστασης στη Μακεδονία προχώρησαν μέσω Λάρισας προς τη Λαμία, με σκοπό να εισβάλουν στην Πελοπόννησο. Οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδας πληροφορήθηκαν την εκστρατεία αυτή και μαζεύτηκαν στην Εργίνα της Βουδουνίτσας για να αποφασίσουν την επόμενή τους κίνηση. Αποφάσισαν να εμποδίσουν την προέλαση των Τούρκων καταλαμβάνοντας την θέση των Βασιλικών. Αυτό πρότεινε ο Δυοβουνιώτης. Ο Παπά-Ανδρέας Κοκοβιτσιανός με τριακόσιους άνδρες κατέλαβε το πυκνό δάσος κοντά στην είσοδο της κοιλάδας. Ο Αντώνιος Κοντοστόπουλος και ο Κωνσταντής Καλύβας με άλλους εξακόσιους τοποθετήθηκε στο εσωτερικό της κοιλάδας, ενώ ο Δυοβουνιώτης μαζί με τον γιο του και άλλους χίλιους εκατό πιάσαν την έξοδο.
Στις 26 Αυγούστου 1821 το τουρκικό ιππικό δύναμης δύο χιλιάδων που είχε σταλεί προς αναγνώριση του στενωπού αποδεκατίστηκε. Δύο μέρες αργότερα, στις 28 Αυγούστου ο Μπεϊράμ Πασάς κινήθηκε με όλο του τον στρατό κατά του Κοντοστόπουλου και Καλύβα. Οι Δυοβουνιώτηδες, ο Πανουργιάς και ο Γκούρας ήρθαν να ενισχύσουν, ενώ ο Παπά-Ανδρέας Κοκοβιτσιανός του επιτέθηκε από τα νώτα. Ακολούθησε γενναία μάχη, την οποία νίκησαν οι Έλληνες. Οι Τούρκοι με την δύση του ήλιου τράπηκαν σε φυγή προς την Πλατανιά, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης χίλιους νεκρούς και τραυματίες. Μεταξύ των νεκρών βρίσκονταν και ο Μεμήν Πασάς, τον οποίο σκότωσε ιδιοχείρως ο Γκούρας. Επίσης οκτακόσια άλογα, 2 πυροβόλα και 18 σημαίες. Από τους Έλληνες σκοτώθηκαν δέκα και τραυματίσητκαν 30, μεταξύ των οποίων και ο οπλαρχηγός Κοντοστόπουλος.

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1949 ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΑΝΤΑΡΤΩΝ

H τελική επιχείρηση για την κατάληψη των θέσεων των ανταρτών, έγινε από τον κυβερνητικό στρατό με φάση το επιτελικό σχέδιο "Πυρσός" που εξελίχθηκε σε διαδοχικές φάσεις.

Το σχέδιο "Πυρσός" προέβλεπε τρεις διαδοχικές επιθετικές ενέργειες για την εκκαθάριση του "φυσικού οχυρού" του Γράμμου από τις δυνάμεις των ανταρτών.

Ο "Πυρσός Α΄" (2-8 Αυγούστου 1949) στην ουσία ήταν μία παραπλανητική επιχείρηση την οποία θα εκτελούσαν μονάδες του Α' Σώματος Στρατού για να δώσουν στον αντίπαλο την εντύπωση ότι η κύρια προσπάθεια ήταν κατά των δυνάμεων που είχαν καθηλωθεί στον Γράμμο, οι οποίες ενδεχομένως θα ενισχύονταν από άλλες που θα άφηναν τα καταφύγιά τους στο Βίτσι σπεύδοντας προς βοήθειά τους.

Έχοντας απέναντί τους δύο "Μεραρχίες" ανταρτών ελαττωμένης συνθέσεως (περίπου 5000), 16 πυροβόλα, δύο βαρείς όλμους των 120 χιλ. και άπειρα αντιαρματικά και αντιαεροπορικά πυροβόλα, οι δυνάμεις του Στρατού, υποστηριζόμενες από δύο συντάγματα πεδινού πυροβολικού και από την Αεροπορία, όχι μόνο πέτυχαν τον αντικειμενικό τους σκοπό καταλαμβάνοντας τον βορειοανατολικό και νότιο Γράμμο, αλλά κατέλαβαν και τα οχυρά σημεία 1425 "Ταμπούρι" και 1356.

Η επιχείρηση Πυρσός Β' διεξήχθη από τις 10 έως τις 16 Αυγούστου 1949 στο Βίτσι, μια ισχυρά οργανωμένη από τους αντάρτες περιοχή, με τα γιουγκοσλαβικά σύνορα στον βορρά, τα αλβανικά στα δυτικά και νοτιοδυτικά και την πλαγιά του όρους Βαρνούς στα ανατολικά της. Τις δυνάμεις που προστάτευαν το Βίτσι και το Γενικό Αρχηγείο των ανταρτών, αποτελούν δύο "Μεραρχίες" συν δύο "Ταξιαρχίες", Κέντρα Εκπαιδεύσεως και Σχηματισμοί ενώ στην διάθεσή τους οι περίπου 8000 υπερασπιστές του Βίτσι είχαν 45 ορεινά πυροβόλα, 15 αντιαεροπορικά και δύο αντιαρματικά. Από την άλλη πλευρά έτοιμες για δράση οι II,IX,X,XI,XV Μεραρχίες του Β' Σώματος Στρατού, η III Μεραρχία Καταδρομών, το 12ο Ελαφρύ Σύνταγμα Πεζικού και έξι Τάγματα Εθνοφρουρών (ΤΕ) υποστηριζόμενα από τέσσερα Συντάγματα Πεδινού Πυροβολικού, τρεις Μοίρες Μέσου Πυροβολικού, τέσσερις Μοίρες Ορειβατικού Πυροβολικού, τα II και IX Συντάγματα Αναγνωρίσεως (μείον Ιλη), την XI Ιλη Αρμάτων και βεβαίως από τον "φύλακα-άγγελό" τους, την Αεροπορία. Μάλιστα προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανάγκες του Στρατού η Αεροπορία είχε μετατρέψει σε βομβαρδιστικά ακόμα και μεταγωγικά C-47, τις γνωστές "Ντακότες".

Τα προπαρασκευαστικά πυρά του Πυροβολικού και της Αεροπορίας ήταν μόνοι η αρχή...

Στις 6:30 π.μ. της 10ης Αυγούστου, η 22α Ταξιαρχία αρχίζει την επίθεσή της καταλαμβάνοντας ύστερα από πέντε ώρες σκληρού αγώνα τα οχυρά σημεία 1585 και Πολενάτα .

Από τον διάδρομο που άνοιξαν οι ηρωικώς μαχόμενοι άνδρες της Ταξιαρχίας, διεισδύει η XI Μεραρχία με την Ε' Μοίρα Ορεινών Καταδρομών και το πρωί της επόμενης ημέρας βρίσκει τους άνδρες του Στρατού κυρίους της οχυρής θέσης Τσούκα και πλησίον του υψώματος Λέσιτς, πίσω ακριβώς από τους αντάρτες.

Το ίδιο βράδυ, η III Μεραρχία Καταδρομών ορμά αιφνιδιαστικά στο εσωτερικό της τοποθεσίας που κατέχουν οι αντάρτες και την 11η Αυγούστου οι ΛΟΚατζήδες καταλαμβάνουν το ιδιαιτέρως σημαντικό ύψωμα Μπάρο, προσβάλλοντας ταυτόχρονα το ύψωμα Λέσιτς από το νότο, την ώρα που εναντίον του Λέσιτς επιτίθεται άλλη Μοίρα Καταδρομών με ορμητήριο την περιοχή Κουλκουθούρια. Η μάχη συνεχίζεται το ίδιο λυσσαλέα μέχρι την 16η Αυγούστου, οπότε οι αντάρτες "σπάνε" και το Βίτσι πέφτει στα χέρια του Στρατού μαζί με το μεγαλύτερο μέρος του βαρέως πολεμικού υλικού των ανταρτών και τις εγκαταστάσεις της κυβέρνησής τους.

Οι περισσότεροι αντάρτες καταφεύγουν όπως- όπως στο αλβανικό έδαφος, όμως πολλοί ιστορικοί εκτιμούν ότι με την κατάληψη του "φρουρίου" Βίτσι, ο αγώνας κατά των ανταρτών είχε ήδη κριθεί

16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1943 Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΕΝΟΥ ΑΡΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ


Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Στέφανο Παππά, η μηχανοκίνητη μονάδα ναζιστικών στρατευμάτων από τη Φιλιππιάδα, με την εντολή της Διοίκησης Ιωαννίνων, εισέβαλε στο χωριό Κομμένο της Άρτας τα χαράματα της 16ης Αυγούστου 1943, με το πρόσχημα των αντιποίνων για την ύπαρξη ανταρτών του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ στην περιοχή. Το χωριό κοιμόταν ήσυχο μετά από γαμήλια γιορτή πού είχε γίνει την προηγούμενη ημέρα. Στο χωριό υπήρχαν και ορισμένοι φιλοξενούμενοι από την Πρέβεζα. Την εποχή εκείνη πρακτικά το Κομμένο ανήκε στο Νομό Πρέβεζας με θαλάσσια επικοινωνία. Τα ναζιστικά στρατεύματα προέβησαν σε μια άνευ προηγουμένου σφαγή του άμαχου πληθυσμού. Έστησαν πολυβόλα στις εισόδους του χωριού, εισέβαλαν στα σπίτια και σκότωσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους και στο τέλος έβαλαν φωτιά και τα έκαψαν. Λίγοι ξέφυγαν με βάρκες στον Αμβρακικό Κόλπο. Στο τέλος της σφαγής οι ναζί στρατιώτες κάθισαν στην πλατεία του χωριού όπου έφαγαν και ήπιαν μπύρες αφήνοντας εκεί άδειες κονσέρβες, δίπλα σε 7 πτώματα. Συνολικά οι νεκροί της σφαγής ήταν 317 άτομα. Διασώθηκαν 440 άτομα. Η σφαγή του Κομμένου Άρτας είναι ισοδύναμη με αυτή των Καλαβρύτων και του Διστόμου. Ο αείμνηστος Στέφανος Παππάς, μετέπειτα γυμνασιάρχης, από το Κομμένο, νεαρός τότε επέζησε της σφαγής και έγραψε βιβλίο με πλήρη περιγραφή των γεγονότων. Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του είναι το εξής: «Οι πρώτοι προστρέξαντες μετά την ανθρωποσφαγή Γρηγόρης Κολιοκώτσης και Ευστάθιος Κολιοκώτσης, ευρήκαν τις δύο ξαδέρφες των Αθηνά και Θεοδοσία νεκρές από σφαίρες πιστολιού και φανερότατα τα ίχνη του βιασμού. Αλλα παραδείγματα μακαβρίου εγκληματικότητας είναι τα δύο μωρά του μακαρίτη Ευστάθιου Κολιοκώτση ηλικίας 7 μηνών, που ευρέθηκαν νεκρά από ασφυξία, γιατί οι κακούργοι εγέμισαν τα στόματά των με βαμβάκι βρεγμένο με βενζίνη και κατόπιν το άναψαν για να απολαύσουν ένα σαδιστικό πυροτέχνημα. Ευρέθη επίσης ο δεύτερος παππάς του χωριού Ζώης Παππάς σκοτωμένος με μαχαίρι και με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς. Ως επισφράγισμα της θηριωδίας των ανωτέρω αναφέρω ένα πρωτάκουστο κακούργημα. Η ετοιμογέννητη Παναγιώτα σύζυγος του Λεωνίδα Τσιμπούκη βρέθηκε νεκρή με την κοιλιά ξεσχισμένη και το έμβρυο νεκρό δίπλα της, όπως βεβαιώνει ο αυτόπτης μάρτυρας Θεόδωρος Σταμάτης…». (Στέφανος Παππάς, 1996 και Γκούβας Χαράλαμπος, 2009).
Σύμφωνα με μιά δεύτερη παραλλαγή των γεγονότων, το έργο της σφαγής ανατέθηκε στο 98ο Σύνταγμα του συνταγματάρχη Γιόζεφ Ζάλμινγκερ. Το ξημέρωμα της 16ης Αυγούστου 100 άνδρες του 12ου λόχου με επικεφαλής των υπολοχαγό Ρέζερ οπλισμένοι με όλμους, πολυβόλα, χειροβομβίδες και αυτόματα όπλα περικύκλωσαν το χωριό. Η τελευταία εντολή που πήραν από τον Ρέζερ, σύμφωνα με μαρτυρία ενός από τους στρατιώτες, ήταν να μην αφήσουν τίποτα όρθιο. Οι άντρες της Βέρμαχτ εκτέλεσαν κατά γράμμα την εντολή. Οι στρατιώτες σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Έμπαιναν στα σπίτια των αιφνιδιασμένων χωρικών και ξεκλήριζαν ολόκληρες οικογένειες. Χαρακτηριστικό είναι οτι 20 οικογένειες ξεκληρίστηκαν μέχρις ενός. Επί 9 ώρες οι Γερμανοί σκότωναν, βίαζαν, έκαιγαν και κατέστρεφαν οτι υπήρχε στο διάβα τους. Όταν αποχώρησαν είχαν αφήσει πίσω τους 317 νεκρούς μεταξύ των οποίων 97 νήπια και παιδιά μέχρι 15 χρονών και 119 γυναίκες. H σφαγή έγινε μια μέρα μετά το πανηγύρι του χωριού για τη γιορτή της Παναγίας.

16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1916 ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ


Ο Ελ. Βενιζέλος επεδίωκε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Οι Αγγλογάλλοι όμως απέβλεπαν στη συμμαχία ή ουδετερότητα της Βουλγαρίας και Τουρκίας (κάτι που δεν κατάφεραν) και απέρριπταν προς το παρόν τις προτάσεις του Βενιζέλου.
Στη φιλοαντατική πολιτική του Βενιζέλου θα εναντιωθεί το Παλάτι, όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πλευρό των Συμμάχων στην επιχείρηση των Δαρδανελίων (Φεβρουάριος 1915).
Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις, που διορίζονται στη συνέχεια, δiμιουργούν κλίμα πόλωσης, διαιρώντας την Ελλάδα σε δύο παρατάξεις -φιλοβασιλικών και φιλοβενιζελικών-, κάτι που θα συντελέσει στη γένεση και άνδρωση του εθνικού διχασμού με όλα τα μεταγενέστερα επακόλουθα του.
Στις 16 Αυγούστου 1916 γίνεται το Κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη, που το υποστηρίζει ο συμμαχικός στρατός, που έχει στο μεταξύ αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη. Ο Βενιζέλος τίθεται επικεφαλής του κινήματος.
Στις 24 Νοεμβρίου 1916 η ολοκληρωμένη Προσωρινή Κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.
Η Ελλάδα, το 1916, είχε κοπεί στα δύο: Από τη μια μεριά το κράτος της Θεσσαλονίκης απεφάσιζε να διενεργηθεί στρατολογία σε μεγάλη κλίμακα και οργάνωνε την μεραρχία του Αρχιπελάγους και κατόπιν τις μεραρχίες Κρήτης και Σερρών. Από την άλλη μεριά η κυβέρνηση των Αθηνών αντιπαρατασσόταν στους οπαδούς του Βενιζέλου. Στην προσπάθεια των Συμμάχων να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τη νότια Ελλάδα, τα Γαλλικά θωρηκτά έμπαιναν στον Πειραιά και αποβίβαζαν 3000 άνδρες, ενώ βομβάρδιζαν περιοχές της Αθήνας γύρω από το Στάδιο και κοντά στα Ανάκτορα.
Μετά από τελεσίγραφο των συμμάχων ο βασιλιάς αποσύρεται από το θρόνο, χωρίς να παραιτηθεί τυπικά, στις 15 Ιουνίου 1917, και φεύγει στην Ελβετία αφήνοντας στη θέση του το δευτερότοκο γιο του Αλέξανδρο. Ο Βενιζέλος έρχεται στην Αθήνα και σχηματίζει κυβέρνηση στις 13 Ιουνίου. Στις 15 Ιουνίου κηρύσσει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις επισημοποιώντας την ανάλογη πράξη της προσωρινής κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης