ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΟΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΣ

ΛΑΟΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ.

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ Ο ΚΟΛΟΦΩΝΙΟΣ


Ο Ξενοφάνης γεννήθηκε το 570 π.Χ. και πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία. Στα είκοσι πέντε του χρόνια εγκαταλείπει τον Κολοφώνα για να γλιτώσει από την εισβολή των Περσών, πηγαίνει αρχικά στην Ελλάδα κι αργότερα στην Ελέα και στις Συρακούσες. Πέρασε τη ζωή του περιπλανώμενος από πόλη σε πόλη και απαγγέλλοντας ποιήματα, ίσως μάλιστα να ήταν και ραψωδός. Όντας εξαιρετικά φτωχός, έγραφε ιάμβους και ελεγείες, με­ταξύ των οποίων εποποιίες για την ίδρυση του Κολοφώνα και της Ελέας. Δεν μας απομένουν πια παρά ορισμένα αποσπάσματα από τις Ελεγείες του και τους Σίλλους (δηλ. σάτιρες), ενώ μια παράδοση του αποδίδει ακόμα ένα εκτενές ποίημα με τίτλο Περί Φύσεως. Γελοιοποιούσε τον Πυθαγόρα, γνωρίστηκε πιθανότατα με τον Αναξίμανδρο τον Μιλήσιο αλλά και εθε­ωρείτο από τον Ηράκλειτο πολύξερος δίχως μυαλό (απ. 40).
Συχνά αναφέρεται ως ιδρυτής του ελεατισμού, ήδη από την αρχαιότη­τα όμως ορισμένοι τον θεωρούσαν σκεπτικιστή και παρέπεμπαν στο από­σπασμα 34: «Θνητός όμως κανείς δεν είδε την καθαρή αλήθεια ούτε θα ιδεί για τους θεούς και για όσα λέγω τούτα. Κι αν κάτι να πει τέλειο πιο πάνω απ' όλους τύχει, δεν το γνωρίζει: πλέκεται μέσα στα πάντα η γνώμη (δάκος*)». Για πρώτη ίσως φορά στην ελληνική φιλοσοφία, φαίνεται πραγ­ματικά να αντιπαρατίθενται γνώση και επίφαση / γνώμη, καθώς ο Ξενο­φάνης αποδίδει την πραγματική γνώμη στους θεούς και στους ανθρώπους την εικασία. Δεν λέει άλλωστε στο απόσπασμα 18 ότι: «Δεν φανέρωσαν στους θνητούς οι θεοί απ' αρχής τα πάντα, μα το καλύτερο με τον καιρό ζητώντας βρίσκουν»; Δύο μαρτυρίες, που, είναι αλήθεια, έχουν ερμηνευ­τεί με διαφορετικό τρόπο, μια του Πλάτωνα κι η άλλη του Αριστοτέλη, θέλουν τον Ξενοφάνη ιδρυτή της Ελεατικής Σχολής: «Το γένος των Ελεατών, που ξεκίνησε από τον Ξενοφάνη κι απ' ακόμα πιο ψηλά, δεν βλέπει σ' αυτό που ονομάζουμε Όλον παρά μόνον ενότητα» (Σοφιστής 242)· ο Αριστοτέλης, από την άλλη, θεωρεί τον Ξενοφάνη τον παλαιότερο από τους οπαδούς της ενότητας και τον υποτιθέμενο δάσκαλο του Παρμενίδη (Μετά τα Φυσικά, 1,986 Β 21). Αποφεύγοντας να εμπλακούμε σε ανταγω νισμούς στείρας πολυμάθειας αλλά και δίχως να υποτιμούμε τις δυσκο­λίες, φαίνεται πως μπορούμε να δούμε στο πρόσωπο του Ξενοφάνη αν όχι τον πραγματικό ιδρυτή της Σχολής της Ελέας, τουλάχιστον όμως τον πι­θανό εμπνευστή του Παρμενίδη.
Υπάρχει ωστόσο τουλάχιστον ένα σημείο για το οποίο κείμενα και κρι­τικές δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας: ότι ο Ξενοφάνης υπήρ­ξε ο θεμελιωτής του πρώτου εγχειρήματος απομυθολογικοποίησης. Δεν παύει ούτε στιγμή να καταγγέλλει τις ανθρωπομορφικές και γελοιογραφικές παραστάσεις των ανθρώπων για το θείο. Σκανδαλίζεται κατ' αρ­χήν από τα αφηγήματα του Ομήρου και του Ησιόδου, που «όλα τα φόρτω­σαν στους θεούς, ψεγάδια και ντροπές που βρίσκονται μέσα στους αν­θρώπους, να κλέβουν, να μοιχεύουν, ν' απατούν ο ένας τον άλλο» (απ. 11)· στη συνέχεια υπογραμμίζει πως οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τους θεούς κατ' εικόνα τους: «Οι θνητοί θαρρούνε πως οι θεοί γεννιούνται σαν κι αυτούς και τη δικιά τους φορεσιά, φωνή, μορφή πως έχουν» (απ. 14). Οι απεικονίσεις των θεών είναι ανάλογες με την ανθρώπινη πηγή τους, γι' αυτό και «Οι Αιθίοπες λένε πως οι θεοί τους είναι σιμοί και μαύροι κι οι Θρά­κες κοκκινόμαλλοι, γαλανομάτες» (απ. 16). Κι ακόμα περισσότε­ρο θα μπορούσαμε να πούμε πως «αν είχαν τα βόδια χέρια, τ' άλογα και τα λιοντάρια, για να μπορούν σαν τους θνητούς να ζωγραφίζουν έργα, τ' άλογα όμοια με τ' άλογα, τα βόδια με τα βόδια θα ζωγράφι­ζαν τις μορφές των θεών και σώματα θα φτιάχναν τέτοια καθώς η είδη του καθενός τους θα 'ταν» (απ. 15).
Αυτή η απομυθολογικοποίηση συνοδεύεται από μια τέτοια θετική σύλ­ληψη του Θεού, που ορισμένοι θέλησαν να δουν στο πρόσωπο του Ξενο­φάνη τον πρώτο πραγματικά μονοθεϊστή Έλληνα στοχαστή. Το ζήτημα ωστόσο είναι περιπλοκότερο απ' ό,τι αρχικά φαίνεται: το κείμενο του βέ­βαια αναφέρει «εις θεός...» (απ. 23) αλλά προσθέτει «εντε θεοισι και ανθρώποισι μέγιστος*» (όπ.π.) ενώ στις Ελεγείες του γράφει πως «πρέπει οι άνθρωποι να γιορτάζουν τους θεούς με χαρωπά τραγούδια, με μύθους ιερούς κι αμόλυντες κουβέντες», κι αυτός που έκανε σπονδή και προσευ­χές «δε θα υμνήσει τις μάχες των Τιτάνων ούτε των Γιγάντων ούτε και των Κενταύρων - αυτά είναι επινοήσεις των αρχαίων - αλλ' ούτε και τις θύ­ελλες των εμφυλίων πολέμων, όπου κανένα καλό δεν βρίσκεις, κι όμως θα είναι γεμάτος σεβασμό για τους θεούς» (απ. 1). Τέτοιες διατυπώσεις πείθουν ενδεχομένως για την παρουσία ενός είδους πολυθεϊσμού: φαίνε­ται όμως τελικά πως η απόφανση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να μιλά­με για έναν μοναδικό Θεό, δεν έρχεται αναγκαία σε αντίφαση με αυτές όπου γίνεται λόγος για περισσότερους θεούς. Είναι, πράγματι, πιθανόν οι θεοί για τους οποίους μιλά ο Ξενοφάνης να μην είναι παρά προσωποποιή­σεις φυσικών δυνάμεων, σαν κι αυτές που είχαν οδηγήσει τον Θαλή να πει «πάντα πλήρη θεών είναι». Όπως και να 'χει όμως το πράγμα, ο Ξενο­φάνης τονίζει πως ο μοναδικός Θεός δεν μοιάζει με τους ανθρώπους ούτε στο νου ούτε στη μορφή (απ. 23), «όλος στοχάζεται, όλος θωρεί κι όλος ακούει» (απ. 24) και «δίχως μόχθο με του νου τη δύναμη τα πάντα κρα­δαίνει» (απ. 25).
Ο Ξενοφάνης λοιπόν καταφάσκει την ενότητα των πάντων, την ενότη­τα και τη μοναδικότητα του Είναι, ιδέες που με τον Παρμενίδη θα αποτε­λέσουν την καρδιά πλέον του ελεατικού δόγματος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου